Στυλιανός Τσομπανίδης, Κοινά οικουμενικά οράματα. Από την “ιερή πορεία ενότητας, ειρήνης και αγάπης” του Πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄ στην “προσκυνηματική συνοδοιπορία ενότητας, δικαιοσύνης και ειρήνης” του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών

Η εισήγηση του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Αθηναγόρας και Οικουμένη»

ΙΜΘ_76_01

    «Οι λεγόμενοι χριστιανοί δεν ζουν την Ανάστασιν, δεν ανίστανται… Αν όσοι πιστεύουν εις την Ανάστασιν, φέρουν μεθ’ εαυτών την δύναμιν ζωής, θα ευρεθούν όλαι αι λύσεις εις τα προβλήματα που προκαλούν σήμερον την αγωνίαν των ανθρώπων»

Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄

«Ας ευχαριστήσωμεν λοιπόν τον Θεόν όστις, δια του Αγίου αυτού Πνεύματος έδωσε εις την γενεάν μας ιεράρχας αποστολικούς, δυναμικούς, ανακαινιστάς, ειρηνικούς επαναστάτας, εν τη αγάπη και τη συγγνώμη, οίος ο Πατριάρχης Αθηναγόρας. Ας προσευχηθώμεν ίνα ο δρόμος τον οποίον ετελείωσεν [με την έννοια ότι έδωσε το τέλος, τον πνευματικό στόχο, το βαθύ νόημα του αγώνα του] εγκαινιάζων αυτόν, προεικονίζων αυτόν δι’ ημάς εν τη ζωή του, συνεχισθή και ολοκληρωθή υπό των διαδόχων του και υπό των μελλοντικών γενεών πάντων των χριστιανών. Διότι ήτο αληθώς δι’ όλους και εις όλας τας Εκκλησίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης». Η ευχή αυτή του πρωτοπόρου της Οικουμενικής Κίνησης καθηγητή Νίκου Νησιώτη, που εκφράστηκε στο Τρισάγιο τρεις μέρες μετά την εκδημία του Αθηναγόρα του Α΄ (9 Ιουλίου 1972)[1], εκπληρώθηκε. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄ που ανήλθε στο θρόνο πριν από 70 χρόνια, την ίδια χρονιά με την ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (1948), έμελλε να καταστεί «βηματοδότης» του οικουμενικού παλμού[2], όχι μόνο στην Εκκλησία του αλλά γενικότερα στο χριστιανικό κόσμο, και πέρα από αυτόν στη διεθνή κοινή γνώμη, δικαιώνοντας τον χαρακτηρισμό του ως «Οικουμενικού Πατριάρχη δι’ όλους και εις όλας τας Εκκλησίας».

Περίτρανη απόδειξη συνέχισης και ολοκλήρωσης κατά κάποιον τρόπο της « «ιερής» ή «προσκυνηματικής πορείας» ενότητας, αγάπης, ειρήνης και κοινής μαρτυρίας υπέρ της ζωής του κόσμου που αυτός εγκαινίασε, ιδίως τη δεκαετία του 1960, αποτελεί η ευθύνη που αποδέχθηκαν οι διάδοχοί του, Δημήτριος και Βαρθολομαίος, να συνεχίσουν προς τέσσερις κατευθύνσεις: α) να ενισχύσουν την ενότητα και τη συνεργασία των Ορθοδόξων Εκκλησιών, β) να ανανεώσουν τη δέσμευση στον οικουμενικό διάλογο και διευκολύνουν τις διεκκλησιαστικές σχέσεις, γ) να προωθήσουν και εντατικοποιήσουν το διαθρησκειακό διάλογο και δ) να προσεγγίσουν οξυδερκώς τις ωδίνες της ιστορίας και συμπαθητικώς τις οδύνες των ανθρώπων σήμερα. Ιδιαίτερα πρέπει να σημειωθεί η ολοκλήρωση, χάρη στις άοκνες και εντατικές ενέργειες του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, της προσυνοδικής πορείας με τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου που είχε θέσει σε κίνηση και είχε οραματιστεί ο Αθηναγόρας.

Η πανορθόδοξη κίνηση για τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, για ανανέωση της ζωής τους και για συνειδητοποίηση του ενοποιού τους ρόλου μέσα σε ένα διασπασμένο κόσμο συνδέεται και συμπορεύεται με την Οικουμενική Κίνηση. Και στα δύο μεγάλη ώθηση έδωσε η «ιερή πορεία ενότητας, ειρήνης και αγάπης» του Αθηναγόρα, που έγινε σε τρεις φάσεις: στην πρώτη κατευθύνεται προς τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες το 1959 (Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας). Σε αυτή τη φάση η πιο σημαντική πορεία είναι αυτή προς τα Ιεροσόλυμα, που αμέσως μετά πραγματοποίησαν ακολουθώντας τα βήματά του και ο Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος, ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ G. Francis Fischer και ο Πάπας Ιωάννης o 23ος. Στη δεύτερη φάση, τον Οκτώβριο του 1967, επισκέπτεται τις Εκκλησίες της Σερβίας, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Οι δύο προηγούμενες κινήσεις θα συνεχιστούν και θα ολοκληρωθούν με την τρίτη «πορεία ενότητας, ειρήνης και αγάπης» τον ίδιο χρόνο προς τα τρία σημαντικά χριστιανικά κέντρα της Δύσης, Ρώμη, Καντέρμπουρι και Γενεύη, και έτσι θα διασταυρωθούν με τα οράματα του λοιπού χριστιανικού κόσμου και ιδιαίτερα με αυτά του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ), εμποτίζοντας με μια νέα δυναμική το έργο του Συμβουλίου έως τις ημέρες μας που βρίσκεται -με πρόταση της Ι΄ Γενικής Συνέλευσης στο Μπουσάν (2013)- σε μια «προσκυνηματική πορεία» ενότητας, δικαιοσύνης και ειρήνης. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αθηναγόρας θεωρούσε πως θα ήταν έργο της Θείας Πρόνοιας μια συνάντηση στο πλαίσιο μιας «ιερής πορείας» προς την Αγία Πόλη όλων των Προκαθημένων «των Αγίων του Χριστού Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως» προκειμένου, όπως οραματιζόταν, να διανοίξουν εν πνεύματι ενότητος οδόν, «προς δόξαν του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, επ’ αγαθώ συμπάσης της ανθρωπότητος και περαιτέρω αποκατάστασιν των πάντων, κατά το θέλημα Αυτού»[3].

Ενδεικτικά του κύρους του Αθηναγόρα και του καταλυτικού και ηγετικού ρόλου που διαδραμάτιζε στις οικουμενικές εξελίξεις είναι τα παρακάτω λόγια από την προσφώνηση του Γενικού Γραμματέα του ΠΣΕ E. Blake, κατά την επίσημη υποδοχή του στην έδρα του Συμβουλίου στη Γενεύη. Χαρακτηρίζοντας το ταξίδι του Πατριάρχη «προσκυνηματικό» και παρομοιάζοντάς το με την «πορεία της αγωνιζόμενης Εκκλησίας», λέει: «Ας είναι το ταξίδι σας εδώ και στα άλλα εκκλησιαστικά κέντρα σε Ανατολή και Δύση ένα σύμβολο για την αποφασιστικότητα της Εκκλησίας να πετάξει από πάνω της όλο το φορτίο του παρελθόντος που μας καθηλώνει και μας ακινητοποιεί μέσα σε έναν κινούμενο και μεταβαλλόμενο κόσμο. Ας γίνουμε μια Εκκλησία που βαδίζει προς τα εμπρός με ελαφριές αποσκευές και ας μεταβούμε με ταχύ ρυθμό σε εκείνη τη στρατηγική θέση, από όπου μπορούμε να δώσουμε τους μη βίαιους αγώνες της αγάπης, που βρίσκονται μπροστά μας. Παναγιώτατε, είμαι σε θέση να σας υποσχεθώ με σιγουριά ότι θα σας ακολουθήσουμε στην κατεύθυνση που μας οδηγείτε, αφού ακολουθείτε τον Χριστό»[4].

Τα λόγια αυτά δεν αποτελούν απλές φιλοφρονήσεις μέσα σε ένα κλίμα ευγένειας αλλά εκφράσεις ουσιαστικών σκέψεων και αναγνώριση ενός πρωτοπόρου ιεράρχη που, ακολουθώντας την παράδοση της Εκκλησίας του ως εμπνεύστριας και ιδρυτικού μέλους του ΠΣΕ, αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην υπόθεση της ενότητας των χριστιανών σε μια εποχή μάλιστα έντονης αμφισβήτησης της αναγκαιότητας συμμετοχής των Ορθοδόξων στην Οικουμενική Κίνηση.

Αυτό ακριβώς φανερώνουν και οι τοποθετήσεις του πρώτου Γενικού Γραμματέα και ενός από τους κύριους εμψυχωτές του ΠΣΕ Visser’t Hooft, ο οποίος όχι μόνο του αναγνωρίζει ότι διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην Οικουμενική Κίνηση αλλά ότι πράττοντας παρόμοια με τη Συνοδική Εγκύκλιο του 1920 της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», «εξήγγειλε την σύναξιν των Χριστιανών»[5]. Ο πρώτος Γενικός Γραμματέας εκφράζει την ευγνωμοσύνη του προς τον Αθηναγόρα, γιατί η συμπαράσταση που πρόσφερε με συνέπεια στην Οικουμενική Κίνηση και ειδικότερα στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για όλες τις κατοπινές εξελίξεις[6]. Ο Visser’t Hooft υπογράμμισε πόσο μεγάλη σημασία είχε το ότι ο Πατριάρχης με τη βαθιά του πίστη στα οικουμενικά ιδεώδη στάθηκε στο πλευρό του ΠΣΕ, όταν μάλιστα αυτό είχε λίγους σταθερούς υποστηρικτές στον ορθόδοξο κόσμο, και κατάφερε την ενεργό συμμετοχή όλων σχεδόν των Ορθοδόξων Εκκλησιών στη ζωή και το έργο του[7]. Λέει ακριβώς σε μια αποστροφή του λόγου του κατά την επίσκεψή του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1966: «Όπως το Οικουμενικόν Πατριαρχείον επρωτοστάτησε κατά το 1920, τοιουτοτρόπως συνέχισε κατά την Πατριαρχίαν του νυν Πατριάρχου να είναι πηγή εμπνεύσεως δια την Οικουμενικήν Κίνησιν»[8]. Ένα χρόνο μετά, στην έδρα του Συμβουλίου, θα απευθυνθεί στον ίδιο τον Πατριάρχη λέγοντάς του ότι έρχεται ως «γεωργός» που επισκέπτεται τους αγρούς του για να δει κατά πόσον οι σπόροι που είχε φυτεύσει αναπτύσσονταν καλώς[9]. Επιπλέον τον ευχαριστεί για το έργο της συμφιλίωσης και της κατανόησης που ανέλαβε με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, καθώς και για την έμπνευση που έδωσε σε όλους τους ασχολούμενους με το δύσκολο έργο της συνάξεως των Χριστιανών[10].

Οι παραπάνω εκφράσεις του ΓΓ, ιδίως η δήλωσή του ότι ο Αθηναγόρας «εξήγγειλε τη σύναξη των Χριστιανών», φανερώνουν ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης ζούσε με εγρήγορση στο επίκεντρο των εξελίξεων της εποχής του και δεν παρακολουθούσε απλώς, αλλά μετείχε στις εξελίξεις του κόσμου γύρω του και στις οικουμενικές ζυμώσεις που διαμόρφωσαν τους όρους και το όραμα, τα οποία δίνουν ακόμη ώθηση και ρυθμό στην Οικουμενική Κίνηση. Αυτό μπορούμε να το υποστηρίξουμε σήμερα, με την αντικειμενικότητα μάλιστα που μπορεί να μας εξασφαλίσει η χρονική απόσταση.

 Η στάση του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, τα γεγονότα που αυτός δρομολόγησε και οι ιστορικές πρωτοβουλίες που ανέλαβε δεν ήταν ούτε τυχαία, ούτε συμπτωματικά, ούτε υπαγορεύονταν από οποιαδήποτε «εκκλησιαστική πολιτική», παρόλο που ισχύει και αυτό με την έννοια του τρόπου που διαχειρίστηκε τα πράγματα της εποχής του[11]. Ήταν φυσική συνέπεια του οικουμενικού πνεύματος που τον διέκρινε και απέρρεε από τη ρητή και απαράβατη εντολή του Χριστού «ίνα πάντες εν ώσι», καθώς και την ακράδαντη πεποίθησή του ότι υπέρτατος στόχος της θείας Οικονομίας είναι η ενότητα των πάντων και η εν Χριστώ ανακεφαλαίωση σύνολης της κτιστής δημιουργίας. Χαρακτηριστικά έλεγε: «εάν θέλωμεν να γνωρίζωμεν ποία είναι η βαθυτέρα επιθυμία ενός ανθρώπου, πρέπει να ακούσωμεν εκείνο το οποίον λέγει εν τη διαθήκη του. Και ο Κύριος ημών μας αφήκεν ως διαθήκην το 17ον κεφάλαιον του Ιωάννου, του οποίου το κέντρον είναι η προσευχή δια την ενότητα των πάντων, προσευχή την οποίαν η ημετέρα Εκκλησία αναπέμπει αδιαλείπτως εν τη λειτουργία…». Αυτό, υπογράμμιζε ο Πατριάρχης, πρέπει να επαναφέρει πίσω η Οικουμενική Κίνηση[12].

Η οικουμενική του δέσμευση υπαγορευόταν επίσης και από την αντίληψη που είχε περί Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον Αθηναγόρα «η Εκκλησία δεν είναι θεσμός στατικός, αλλά ‘Σώμα Χριστού’, ζωντανό και δυναμικό…. Οι χριστιανοί ηγέται δεν μπορούν να μένουν αμετακίνητοι στα χαρακώματα της χθες, αλλά να αποβαίνουν τολμηροί αγωνισταί στα πρώτα φυλάκια του αιωνίου και απαραχαράκτου σχεδίου του Θεού, που είναι αγάπη, οικοδομή και ενότης»[13]. Ο Αριστείδης Πανώτης συνοψίζει την αντίληψη περί Εκκλησίας  του Αθηναγόρα όταν λέει ότι «η Εκκλησία δεν είναι αιχμάλωτη καμμιάς δεοντολογίας, γιατί δεν ιδρύθηκε για να θυμάται τα λάθη, αλλά για να ενανθρωπήται, όπως ο Κύριός της. Είναι το προοίμιο της Βασιλείας του θεού, ένα συνεχές μυστήριο Πεντηκοστής…»[14].

Ο Αθηναγόρας δεν είναι απλώς ένας συνεχιστής της οικουμενικής διακονίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της γραμμής που είχαν χαράξει οι περιώνυμες Πατριαρχικές και Συνοδικές Εγκύκλιοι του 1902, 1904 και ιδίως του 1920[15]. Η παρουσία του ήταν μια πραγματική έκπληξη στον εκκλησιαστικό και οικουμενικό χώρο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, που εξέφραζε, στο θρησκευτικό πεδίο, με ιστορική συνείδηση και με πνοή το πνεύμα των νέων καιρών[16] και ενσάρκωσε έναν δυναμικό προφητικό τύπο ιεράρχη, ένα πρότυπο εξόδου από τον επαρχιωτισμό, τον αναχρονισμό και την κοινωνική περιθωριοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της θεολογίας της. Σε ευρύτερο πλαίσιο διαμόρφωσε ουσιαστικά την κατανόηση της κοινής οικουμενικής κλήσης όλων των χριστιανών. Σωστά ειπώθηκε ότι η θυελλώδης έλευσή του στον οικουμενικό θρόνο δημιούργησε ρεύμα ισχυρών ανακατατάξεων[17]. Μέσα στην Οικουμενική Κίνηση η ρηξικέλευθη συμμετοχή και συμβολή του άνοιξε καινούριους δρόμους και δημιούργησε νέες προοπτικές. «Μια υπερηχητική δύναμη διέσπασε το φράγμα του μίσους και των ιστορικών προκαταλήψεων»[18]. Έτσι ο επαρχιακός χαρακτήρας της Ορθοδοξίας που μέχρι τότε «σκιαμαχούσε» εντός των στενών της συνόρων με τους αιρετικούς και τους σχισματικούς, μετατράπηκε σε αγωνιστική εκδήλωση παγχριστιανικής αδελφώσεως[19].

Παρατηρούνται κορυφώσεις στα οικουμενικής σημασίας γεγονότα που ο Αθηναγόρας προκάλεσε: Καταρχάς συνέβη αυτό που αναφέρθηκε μόλις παραπάνω και ομολογείται από την ορθόδοξη πλευρά, ότι η πρώτη και «μεγαλύτερη νίκη ήταν εκείνη που επιτύχαμε κατά του εαυτού μας. Ενικήσαμε την υστερικήν σκιαμαχίαν των χαρακωμάτων»[20].

Η δεύτερη είναι αυτή που έχει επισημάνει σε ειδική μελέτη του ο καθηγητής Γρ. Λαρεντζάκης για το βαρυσήμαντο Πατριαρχικό Μήνυμα της 1ης Ιανουαρίου 1959, το οποίο θεωρεί απαρχή του νέου κλίματος των σχέσεων μεταξύ Ορθοδοξίας και Καθολικισμού. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας με την ευθύτητα και την επιμονή του κατόρθωσε μέσα σε λίγους μήνες να αλλάξει την παλαιά μέθοδο αποκατάστασης της εκκλησιαστικής ενότητας, όπως προτεινόταν από τη Ρώμη, δηλαδή την «Οικουμένη της επιστροφής» και να πείσει ότι η προσέγγιση πρέπει να γίνει εν πνεύματι ισότητας, δικαιοσύνης, ελευθερίας πνευματικής και αλληλοσεβασμού[21].

D90_7

Το 1959 μπορεί επίσης να θεωρηθεί κατά τη γνώμη μου και απαρχή νέου κλίματος των σχέσεων μεταξύ Ορθοδοξίας και των άλλων Εκκλησιών-μελών του ΠΣΕ. Αυτή είναι η  τρίτη κορύφωση. Μέσω του «Μηνύματος επί τη πρώτη του έτους»[22] και την κλήση προς τους προκαθήμενους των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών -και με άλλες βεβαίως ενέργειες- ο Οικουμενικός Πατριάρχης έθεσε τους πάντες και τα πάντα σε κίνηση[23]. Εδώ το τελευταίο σημείο μας ενδιαφέρει περισσότερο.

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ήδη από την πρώτη μετά την ενθρόνισή του Συνοδική Συνεδρία, ο Αθηναγόρας δήλωνε την ανάγκη της στενής συνεργασίας με όλες τις δυνάμεις, της καταλλαγής και της ειρηνικής συνύπαρξης. Αγαπημένες του λέξεις είναι:  «συνεργασία» και «από κοινού, μαζί». Χωρίς καμία διάκριση, «μηδέν διακρινόμενος», απευθύνεται στις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες και απλώνει το χέρι της αγάπης, της συμφιλίωσης και της συνεργασίας «απέναντι των κατά της Εκκλησίας και της κοινωνίας κινδύνων»[24]. Σαφέστατο μήνυμα στέλνει ακόμη και προς τις άλλες θρησκείες: «Ευτυχίαν δοκιμάζω μη διακρινόμενος και ως προς τα λοιπά Θρησκεύματα. Διό και θερμότατα χαιρετώ τους Μουσουλμάνους αδελφούς…»[25]. Εξάλλου είχε τονίσει στην Εγκύκλιο του 1952, με την οποία χάρασσε τις κατευθυντήριες γραμμές της συμμετοχής των Ορθοδόξων στο ΠΣΕ[26], ότι το έργο της προσεγγίσεως και της συνεργασίας όλων των Χριστιανικών Ομολογιών και οργανώσεων ενώπιον των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα είναι «υποχρέωση ιερή και καθήκον άγιο». Εξηγούσε σε σχέση με το ΠΣΕ: «Εφ’ όσον δε το Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών,… επιδιώκει την διευκόλυνσιν της κοινής δράσεως των Εκκλησιών, την προαγωγήν της συνεργασίας εν τη μελέτη του χριστιανικού πνεύματος και την ενίσχυσιν της οικουμενικής συνειδήσεως εν τοις μέλεσι πασών των Εκκλησιών, την… ανύψωσιν και επικράτησιν των πνευματικών αξιών του ανθρώπου… το έργον αυτού αποτελεί θεάρεστον προσπάθειαν και εκδήλωσιν ευγενούς πόθου του χριστιανικού κόσμου, όπως αι Εκκλησίαι του Χριστού, συντονίζουσαι τας ενεργείας αυτών, αντιμετωπίσωσιν από κοινού τα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητος»[27].

Στο ίδιο μήκος κύματος αλλά με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, με πιο συγκεκριμένη πρόταση και με πολλαπλούς αποδέκτες για συνάντηση και συνεργασία, και βεβαίως κάτω από άλλες, ευνοϊκότερες συνθήκες πλέον, ο Οικουμενικός Πατριάρχης απευθύνει το  μήνυμα-κλήση την Πρωτοχρονιά του 1959: «Η θλιβερά εικών της σημερινής ανθρωπότητος, πολλαχώς δοκιμαζομένης, ως εκ της ελλείψεως αμοιβαίας κατανοήσεως καί ειρηνικής διαβιώσεως των λαών, επιβάλλει εις τούς Αρχηγούς των Χριστιανικών Εκκλησιών εντονώτερον το χρέος, όπως καταστήσωμεν από κοινού δήλον εις τον σημερινόν κόσμον, ότι τα τεχνικά και επιστημονικά επιτεύγματα δεν επαρκούσιν εις την διαμόρφωσιν ενός πανανθρωπίνου πολιτισμού, άνευ πνευματικών και ηθικών θεμελίων, άνευ του Χριστού, Όστις καταξιοί την αγάπην, την ειρήνην και την δικαιοσύνην μεταξύ των ανθρώπων. Διό και εν βαθυτάτῃ συνειδήσει της ευθύνης ταύτης, δηλούμεν, ότι είμεθα ειλικρινώς πρόθυμοι, όπως, προς τας αδιαλείπτους ευχάς και ικεσίας της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, υπέρ ‘της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου’, επισυνάψωμεν θετικήν και την συνεργασίαν ημών και επί πρακτικωτέρων πεδίων, τόσον εντός των ευρυτέρων Διεκκλησιαστικών Οργανισμών, εν οις μετέχομεν ήδη, συνεργαζόμενοι πλήρως, όσον και εντός των πλαισίων ιδιαιτέρων επαφών μετά της Πρεσβυγενούς της Δύσεως Εκκλησίας… Και θεωρούμεν πλέον εύκαιρον, όπως, κατά τας κοσμογονικάς ταύτας στιγμάς, ας διέρχεται η ανθρωπότης, Ημείς οι θεόθεν κεκλημένοι επί το έργον της ‘μερίμνης και της επισυστάσεως’ των εκατομμυρίων των πιστών των Εκκλησιών ημών, συναντηθώμεν επί της βαθυτάτης ταύτης και επιτακτικής ανάγκης των λαών, ίνα εύρωσιν ούτοι λύσιν και ανακούφισιν εκ των κυκλούντων αυτούς προβλημάτων»[28].

Τον επόμενο χρόνο, τα Χριστούγεννα του 1960, ο Πατριάρχης με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπιστώνει ότι υπάρχει ζωηρή κινητικότητα σε όλο το χριστιανικό κόσμο και ότι η κλήση που απηύθυνε βρήκε ευήκοα ώτα: «Αφ’ ης η Μήτηρ Εκκλησία, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, από του παρελθόντος ήδη έτους εκάλεσε εις ενότητα τους απανταχού γης Χριστιανούς, ήρξατο μεταξύ των εμπιπιστευμένων την υπάτην ευθύνην των κατά τόπους Εκκλησιών σειρά επικοινωνιών και επισκέψεων… Αι άμεσοι ή έμμεσοι αύται επικοινωνίαι και επαφαί μαρτυρούσιν, ότι αι Εκκλησίαι ήρξαντο εξέρχεσθαι πλέον της μονώσεως, εις ην κατεδίκασεν αυτάς αδικαιολόγητος αδιαλλαξία αιώνων, και προσεγγίζειν αλλήλας ως αδελφαί»[29].

Για άλλη μια φορά το Οικουμενικό Πατριαρχείο φαίνεται να συλλαμβάνει εγκαίρως τα σημεία των καιρών, να αντιλαμβάνεται ότι η εποχή του αβάσιμου δογματισμού και της εμμονής σε φθαρμένα σχήματα του παρελθόντος ανήκε ατρέπτως στο παρελθόν[30]. Ως τολμηρό εκφραστή της οικουμενικής του θεώρησης είχε βρει τον Αθηναγόρα, ο οποίος ανέλαβε με παροιμιώδη ζωτικότητα το θέμα της αναθέρμανσης των επαφών με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο, κινητοποιώντας τον ώστε να εξωτερικεύσει τις διαθέσεις του για προσέγγιση, συμφιλίωση και κοινή μαρτυρία στον κόσμο.

Όταν το 1967 θα πραγματοποιήσει την «πορεία ενότητας και ειρήνης» στα μεγάλα χριστιανικά κέντρα της Δύσης, ιδιαίτερα στην έδρα του ΠΣΕ στη Γενεύη, δεν θέλει απλώς να επισφραγίσει την κοινή πορεία του Συμβουλίου και της Κωνσταντινούπολης, στην ίδρυση του οποίου αυτή είχε μάλιστα πρωτοστατήσει, αλλά αποσκοπεί στην ανάπτυξή του και στην όσο το δυνατό πλατύτερη αντιπροσωπευτικότητά του. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα εύστοχος ο Γενικός Γραμματέας Visser’t Hooft που τον παρομοιάζει με «γεωργό» που επισκέπτεται τους αγρούς του για να δει κατά πόσον οι σπόροι που είχε φυτεύσει αναπτύσσονται καλώς[31]. Ο Αθηναγόρας ως διορατικός πρωτεργάτης των οικουμενικών σχέσεων θέλει να αποφευχθεί ο κίνδυνος «να αχθή η Οικουμενική Κίνησις, εν πλήρει αντινομία, εις στατικότητα» και αναζητά τη δυνατότητα να παραμείνει «κίνηση» και να εμποτισθεί με μια νέα δυναμική ενέργεια, να σημειώσει νέα δυναμική πρόοδο[32].

Ως θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μιας νέας δυναμικής στην Οικουμενική Κίνηση και για τη συνάντηση των χριστιανών επί της αυτής «θείας οδού» της ενότητας και της ειρήνης ο οραματιστής Πατριάρχης θεωρεί:

Πρώτα και κύρια την ανακαίνιση των ίδιων των Εκκλησιών και των χριστιανών. Επειδή η Οικουμενική Κίνηση εκτός από οικοδομητική πρόκληση προς τις Εκκλησίες είναι συγχρόνως και συνισταμένη εικόνα της κατάστασής τους, δεν μπορεί να αναμένει κανείς ανανεωμένη Οικουμενική Κίνηση και αποτελεσματικό έργο από αυτήν, εάν δεν σημειωθεί ανανέωση μέσα στις ίδιες τις Εκκλησίες. Υπό αυτή την έννοια ανακαίνιση των Εκκλησιών, ανακαίνιση της ανθρωπότητας και χριστιανική ενότητα είναι αλληλένδετα[33]. Μεγάλοι θεολόγοι όπως ο Νίκος Νησιώτης αλλά και ο στενός συνεργάτης του Πατριάρχη Αθηναγόρα Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων (Χατζής) τονίζουν τη σημασία της εσωτερικής ανακαίνισης των Εκκλησιών και το πόσο αυτή συνάπτεται και συμπορεύεται με το πρόβλημα της ενότητας[34]. Ο Νίκος Νησιώτης έλεγε ότι η ανανέωση είναι το άλλο όνομα της ενότητας[35]. Κοντά σε αυτό ο Αθηναγόρας θεωρούσε ότι η ενότητα των χριστιανών και η ανακαίνιση της εκκλησιαστικής ζωής θα λειτουργούσε ως «ζύμη για την ενότητα και την ανακαίνιση της ανθρωπότητας»[36]. Δεν είναι τυχαίο ότι μία από τις σημαντικότερες Γενικές Συνελεύσεις του ΠΣΕ, η Δ΄, που έλαβε χώρα στην Ουψάλα το 1968 με θέμα «Ιδού, καινά ποιώ τα πάντα», πραγματεύθηκε την ενότητα και την ανανέωση της Εκκλησίας σε σχέση με την ενότητα και την ανανέωση του κόσμου. Αποτέλεσε το αποκορύφωμα μιας νέας φάσης στην ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, όπου το όραμα μιας ενωμένης Εκκλησίας μέσα σε έναν ανακαινισμένο κόσμο απέκτησε μεγάλη σημασία για τις κατοπινές εξελίξεις στην οικουμενική συνοδοιπορία[37].

D90_52

Άμεσα συνδεδεμένη με την πρώτη είναι η δεύτερη προϋπόθεση. Οποιαδήποτε ανακαίνιση προϋποθέτει τη διαμόρφωση μιας θεολογίας με οικουμενικές διαστάσεις πέρα από αμυντικά πλέγματα, επιδιώξεις αυτοδικαίωσης και απάθειας ενώπιον των απαιτήσεων των καιρών[38]. Αυτή αποτελεί κατά τον Αθηναγόρα βασικό συστατικό μιας δυναμικής θεολογίας, η οποία δεν έχει σχέση με τη νοησιαρχική ή στατική θεολογία αλλά με τη θεολογία που ως άμεσο αντικείμενό της και λόγο υπάρξεώς της και σήμερα και αύριο έχει τον άνθρωπο, για τον οποίο ο Χριστός πέθανε[39]. Όπως μας μεταφέρει ο O. Clément, για τον Αθηναγόρα το μεγαλύτερο δράμα της ιστορίας του Χριστιανισμού είναι το διαζύγιο των εκκλησιαστικών κύκλων από το πνεύμα του Ευαγγελίου. Οι λεγόμενοι χριστιανοί μετέτρεψαν την Εκκλησία σε μηχανή, τη Θεολογία σε ψευδοεπιστήμη, τον Χριστό σε αόριστη ηθική. «Οι άνθρωποι της Εκκλησίας ενεργούν μακράν της ζωής»[40].

Ο Αθηναγόρας είναι δύσπιστος έναντι των θεολόγων των οποίων το έργο περιορίζεται στην άγονη επανάληψη σχολαστικών διατυπώσεων, που μένουν απαθείς ενώπιον των απαιτήσεων των καιρών μας, που είναι αποκομμένοι από τη ζωή, που οχυρώνονται πίσω από μονολιθικούς δογματισμούς[41]. Παρατηρούσε: «…το να θεολογούμεν ημείς στατικώς, κατά την χθες, σημαίνει να απολέσωμεν την σήμερον και την αύριον και να εγκαταλείψωμεν τον άνθρωπον πλάνητα εις την ερημίαν της Βαβυλώνος του»[42]. Γι΄αυτό προέτρεπε: «Είναι πλέον η ώρα να εξέλθη η Θεολογία του υαλίνου κώδωνος της αυταρκείας εις την περιπέτειαν των σχεδίων της Θείας Οικονομίας… Είναι στείρος ρομαντισμός να θεολογώμεν ερήμην του συγχρόνου ανθρωπίνου νου και της γλώσσης, την οποίαν κατανοεί ο άνθρωπος του νέου αιώνος. Οφείλομεν επομένως να αναπτύξωμεν δυναμικήν Θεολογίαν. Αυτή άλλωστε είναι η φύσις της. Οφείλομεν… να θεολογήσωμεν ουχί εν πνεύματι ακαδημαϊκώ, αλλ’ εν πνεύματι διακονίας και ιεραποστολής»[43].

Αυτή η δυναμική, προφητική και οικουμενική θεολογία, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό,  έχει ως βασικό συστατικό της στοιχείο την αυξημένη συναίσθηση της επείγουσας και θεμελιώδους ανάγκης για παγχριστιανική κινητοποίηση υπέρ της δικαιοσύνης και της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου. Αυτή είναι η τρίτη βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας νέας δυναμικής στην Οικουμενική Κίνηση και για τη συνάντηση των χριστιανών. Ο Αθηναγόρας με σύνθημά του «θα υπάρξωμεν μόνον συνυπάρχοντες»[44] δηλώνει συχνά τη σταθερή του απόφαση να πράξει το παν και να συνεργασθεί για την εξασφάλιση και εδραίωση της ειρήνης στον κόσμο με όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, με τους Προκαθήμενους των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών, με το ΠΣΕ, με τους αρχηγούς των άλλων θρησκευμάτων και με όλους τους ανθρώπους καλής θελήσεως.

«Η Εκκλησία οφείλει… να λάβη αγωνιστικήν θέσιν υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου», επισημαίνει ο Πατριάρχης, προχωρώντας ταυτόχρονα σε μια απαραίτητη διευκρίνιση με μεγάλη οικουμενική απήχηση σήμερα: «Την ειρήνην κηρύττοντες και υπέρ αυτής αγωνιζόμενοι, ας προσέξωμεν μη εκτραπή η αγία και μεγάλη αυτή υπόθεσις εις επικίνδυνον συναισθηματικήν ειρηνολογίαν, ή εις εγωιστικήν, δειλήν και ασθενικήν ειρηνοφιλίαν, ετοίμην να θυσιάση άλλα τιμιώτατα αγαθά, οία η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου…, ο σεβασμός και η διαφύλαξις των οποίων αποτελούν ουσιώδη προϋπόθεσιν αληθούς και διαρκούς ειρήνης»[45]. Ο Αθηναγόρας θεωρούσε απαραίτητο να γίνει αντιληπτό από όλους τους χριστιανούς ότι κανένας δεν έχει το μονοπώλιο του Χριστού. Ο Χριστός είναι παντού, το Πνεύμα του εμψυχώνει την ιστορία. Ο Χριστός, εξηγούσε, βρίσκεται παντού όπου οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη, «διότι ‘σαρκούται εν τω πτωχώ’, πανταχού όπου η γυνή λαμβάνει την θέσιν της ως πρόσωπον, πανταχού ‘όπου το κάλλος μεγαλώνει την καρδίαν του ανθρώπου»[46].

Οι παραπάνω είναι προϋποθέσεις «εκ των ων ουκ άνευ», αποτελούν βασικές διαμορφωτικές και συνεκτικές αρχές της Οικουμενικής Κίνησης και του ΠΣΕ μέχρι σήμερα[47].

Κλείνοντας, αυτό που αξίζει, νομίζω, να κρατήσουμε και να εκτιμήσουμε σήμερα σε σχέση με το οικουμενικό έργο του Πατριάρχη Αθηναγόρα είναι ότι οι άοκνες προσπάθειές του και οι δεήσεις του «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου… και της των πάντων ενώσεως…» έχουν άμεσες αντανακλάσεις στην οικουμένη. Η «πορεία ενότητας, ειρήνης και αγάπης» που αυτός εγκαινίασε όχι μόνο συνεχίστηκε από τους διαδόχους του αλλά κινητοποίησε και έναν ολόκληρο κόσμο που σήμερα βρίσκεται  -με πρόταση της Ι΄ Γενικής Συνέλευσης του ΠΣΕ στο Μπουσάν/Κορέα- σε μια «προσκυνηματική πορεία ενότητας, δικαιοσύνης και ειρήνης»[48]. Είναι εκπληκτική η συμφωνία της κλήσης αυτής της Γενικής Συνέλευσης προς τις Εκκλησίες με εκείνες του Αθηναγόρα κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960: «Η Συνέλευση σας καλεί να έρθετε μαζί μας σε προσκυνηματική πορεία. Είθε οι εκκλησίες να είναι κοινότητες θεραπείας και ευσπλαχνίας και είθε εμείς να σπέρνουμε την Καλή Αγγελία, ώστε να καλλιεργείται η δικαιοσύνη και η υπερέχουσα ειρήνη του Θεού να εξαπλώνεται στον κόσμο»[49], γιατί όπως υπογραμμίζεται στην ίδια Συνέλευση, «… η απουσία ενότητας μεταξύ μας υπονομεύει τη μαρτυρία μας περί του Καλού Αγγέλματος του Ιησού Χριστού και καθιστά λιγότερο αξιόπιστη την μαρτυρία μας περί της ενότητας, την οποία ο Θεός επιθυμεί για όλους»[50].

Ο Αθηναγόρας σκεπτόταν και δρούσε με όρους του καθολικού χριστιανικού χαρακτήρα. Ήταν τόσο κοινά τα οράματα και οι στόχοι που μοιράστηκε με τους συνοδοιπόρους και τους εταίρους του στην Οικουμενική Κίνηση για την ενότητα της Εκκλησίας και για την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την αγάπη στον κόσμο, που ο πρώτος Γενικός Γραμματέας  Visser’t Hooft, είπε για αυτόν ήδη το 1949 σε μία έκθεσή του προς τη Γενεύη: «Εκφράζεται δια το έργον μας μετ’ ενθουσιασμού, ωσάν να ήτο εις γραμματεύς του Παγκοσμίου Συμβουλίου. Είναι δε αρκετά σαφές, ότι σκέπτεται κατ΄ αυτόν τον τρόπον… Λοιπόν, έχομεν έναν πραγματικόν φίλον εις το Φανάριον»[51]. Ο ίδιος ο Αθηναγόρας όταν το 1967 επισκέφτηκε τη Γενεύη αποκάλεσε το ΠΣΕ κοινό οίκο των χριστιανών με ό,τι αυτό σημαίνει για τα κοινά δικαιώματα και την κοινή ευθύνη. Δήλωνε με νόημα: «Ήλθομεν ουχί ως ξένοι προς ξένους, αλλ’ ως οικείοι επί τα ίδια, εις τον κοινόν ημών τούτον Οίκον, κομίζοντες την επιβεβαίωσιν της εν τη καθ’ ημάς Εκκλησία βαθείας συνειδήσεως, ότι τυγχάνει αύτη μία των Ιδρυτριών Εκκλησιών του Συμβουλίου τούτου… Συγχρόνως όμως ήλθομεν κομίζοντες και την επιβεβαίωσιν, ότι το καθ’ ημάς Οικουμενικόν Πατριαρχείον, όπως είχε δια την χθες έχει έτι ηυξημένη την συνείδησιν του χρέους δια την σήμερον και δια την αύριον του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών»[52].

Μετά από όσα είπαμε, καθίσταται πλέον σαφές ότι η μεγάλη αυτή μορφή της Ορθοδοξίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, προσέδωσε με αυτά που είπε και έπραξε στον όρο «οικουμενικός» του τίτλου του το πλήρες περιεχόμενο και το αυθεντικό νόημα της έννοιας[53]. Οι παρακαταθήκες που άφησε δε, αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά για κάθε χριστιανό που παίρνει μέρος στην προσπάθεια για την ενότητα και κάθε σύγχρονο άνθρωπο που αναζητά τη δικαιοσύνη και την ειρήνη στον κόσμο. Η ενοποιός και ειρηνοποιός συνοδοιπορία που ξεκίνησε με ταυτόχρονα αποφασιστικά βήματα του ίδιου και άλλων πρωτεργατών της Οικουμενικής Κίνησης και έλαβε συντονισμένη δυναμική έκφραση στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών συνεχίζεται και προχωρά με τολμηρό βηματισμό προς το μέλλον.

D90_28

[1] Ν. Νησιώτης, «Ο Αθηναγόρας ήτο δι’ όλους και εις όλας τας Εκκλησίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης», Επίσκεψις, έτ. 3, αρ. 58, 12. 07. 1972, 18-24, εδώ σ. 18.

[2] Βλ. ενδεικτικά Απ. Νικολαΐδης, «Η οικουμενική πολιτική του Πατριάρχη Αθηναγόρα», Ενατενίσεις, τεύχ. 16, Ιαν- Απρ 2012, 52-56 ∙ π. Γ. Τσέτσης, «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και το ΠΣΕ», Οικουμενικά Ανάλεκτα. Συμβολή στην ιστορία του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1987, 127-132∙ Γρ. Λαρεντζάκης, «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας: ο ρηξικέλευθος οραματιστής και διάκονος της καταλλαγής. Ενότητα της Ορθοδοξίας και Οικουμένης», του ίδιου, Το καθήκον της Ορθοδοξίας για καταλλαγή και ενότητα. Εξελίξεις και προοπτικές σε μεγάλα θέματα του οικουμενικού διαλόγου, εκδ. Ostracon, Θεσσαλονίκη 2014, 244-282∙ Fr. Aug. Bairactaris, «Ecumenical Patriarch Athenagoras», στο: P. Kalaitzidis, Th. FitzGerald, C. Hovorun et al., Orthodox Handbook on Ecumenism: Resources for Theological Education–“That they all may be one” (John 17:21), Geneva/Oxford/Volos 2013, 180-184.

[3] Τόμος Αγάπης, Vatican–Phanar (1958–1970), Rome–Istanbul 1971, σ. 90.

[4] Βλ. «Ansprache von Dr. Eugene Carson Blake», στο: B. Ohse, Der Patriarch. Athenagoras I. von Konstantinopel. Ein ökumenischer Visionär, Göttingen 1968, σ. 233.

[5] W. A. Visser’t Hooft, «Ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει», Στάχυς, τεύχ. 16-17, Ιαν.- Ιούν. 1969, 18-21, σ. 20.

[6] W. A. Visser’t Hooft,  «Η Οικουμενική Κίνησις από του Άμστερνταμ μέχρι της Γενεύης (1948-1966)», Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, Η υποδοχή εν τω Πα­νεπιστημίω Αθηνών και αι ομιλίαι των Dr. Vissert Hooft και Dr. Eugene Carson Blake, Αθήνα 1967, 22-40, σ. 30.

[7] Βλ. Β. Α. Βίσσερ Τουφτ, «Απομνημονεύματα», Εκκλησια­στικός Φάρος, τομ. ΞΑ´, 1979, 429-479, σ. 463 και του ίδιου, «Η Οικουμενική Κίνησις από του Άμστερνταμ μέχρι της Γενεύης (1948-1966)», σ. 30.

[8] W. A. Visser’t Hooft,  «Η Οικουμενική Κίνησις από του Άμστερνταμ μέχρι της Γενεύης (1948-1966)», σ. 30.

[9] Βλ. W. A. Visser’t Hooft, «Ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει», σ. 20 και του ίδιου, «Απομνημονεύματα», σ. 462.

[10] W. A. Visser’t Hooft, «Ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει», σ. 20.

[11] Βλ. Γ.- Σ. Μάμαλος, Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως κατά την περίοδο 1918–1972. Διεθνής πολιτική και οικουμενικός προσανατολισμός, Αθήνα–Κομοτηνή 2011 και Π. Σεραφείμ, Η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα στον Οικουμενικό Θρόνο (1946-1948), (διδ. Διατρ.), Θεσσαλονίκη 2016.

[12] Βλ. Β. Α. Βίσσερ Τουφτ, «Απομνημονεύματα», σ. 463 και του ίδιου, «Ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει», σ. 20.

[13] Βλ. Α. Πανώτης, Παύλος ΣΤ΄-Αθηναγόρας Α΄: Ειρηνοποιοί, Αθήνα 1971, σ. 74.

[14] Στο ίδιο, «Επίλογος» σ. 249.

[15] Βλ. τα κείμενα στο: π. Γ. Τσέτσης, (επ.), Οικουμενικός Θρόνος και Οικουμένη. Επίσημα Πατριαρχικά Κείμενα, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1989.

[16] Βλ. Γ. Θεοτοκάς, Η Ορθοδοξία στον καιρό μας. Δοκίμια, εκδ. «Οι Εκδόσεις των φίλων», Αθήνα 1975, ιδίως σ. 85.

[17] Βλ. Δ. Τσάκωνας, Αθηναγόρας ο Οικουμενικός των Νέων Ιδεών, Αθήναι 1976, σ. 140.

[18] Βλ. Α. Πανώτης, Παύλος ΣΤ΄-Αθηναγόρας Α΄, σ. 249.

[19] Βλ. Δ. Τσάκωνας, Αθηναγόρας ο Οικουμενικός, σ. 140.

[20] Στο ίδιο, σ. 141.

[21] Βλ. Γρ. Λαρεντζάκης, «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας: ο ρηξικέλευθος οραματιστής και διάκονος της καταλλαγής. Ενότητα της Ορθοδοξίας και Οικουμένης», του ίδιου, Το καθήκον της Ορθοδοξίας για καταλλαγή και ενότητα, εδώ σ. 265-267, όπου και το κείμενο του Πατριάρχη. Βλ. επίσης Gr. Larentzakis, “Die Neujahrsbotschaft von 1959 des Ökumenischen Patriarchen Athenagoras I. Der Anfang eines neuen Klimas“, στο: Ostkirchliche Studien 21(1972)187-197.

[22] Βλ. το «Μήνυμα της Α. Θ. Παναγιότητος επί τη πρώτη του έτους» και στην Ορθοδοξία 34(1959)112-113.

[23] Στο γεγονός αυτό δίνει μεγάλη σημασία και ο O. Clément στο βιβλίο του Patriarch Athenagoras. Porträt eines Propheten, München-Zurüch-Wien 1982, σ. 70.

[24] Βλ. τον Ενθρονιστήριο λόγο του Αθηναγόρα στην Ορθοδοξία 24(1949)35-42, εδώ σ. 41.

[25] Στο ίδιο.

[26] Βλ. περισσότερα στον Ι. Καλογήρου, «Η Ορθόδοξος Εκκλησία εις την Οικουμενικήν Κίνησην κατά την Πατριαρχικήν Εγκύκλιον Αθηναγόρου Α΄ (31 Ιανουαρίου 1952)», στο: Ι. Αναστασίου (επ.), Αθηναγόρας Α΄: Οικουμενικός Πατριάρχης ο Ηπειρώτης, εκδ. Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1975, 239-279.

[27] Βλ. το κείμενο με εισαγωγικά σχόλια στο: π. Γ. Τσέτσης, (επιμ.), Οικουμενικός Θρόνος και Οικουμένη, 67-75, ιδίως σ. 71-72. Βλ. επίσης του ίδιου, «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και το ΠΣΕ», Οικουμενικά Ανάλεκτα, 127-132, σ. 130-131.

[28]Βλ. Ορθοδοξία 34 (1959), σ. 112-113.

[29] Βλ. «Πατριαρχική Απόδειξις επί τοις Χριστουγέννοις», Ορθοδοξία 35 (1960) 377-379, εδώ σ. 379.

[30] Βλ. Ευ. Βαρέλλα, Διορθόδοξοι και οικουμενικαί σχέσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τον Κ΄ αιώνα, (Ανάλεκτα Βλατάδων 58), εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 205.

[31] Βλ. W. A. Visser’t Hooft, «Ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει», σ. 20.

[32] Βλ. «Ο Λόγος του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου του Α΄ κατά την επίσκεψή του στο ΠΣΕ (Γενεύη, 6 Νοεμβρίου 1967)» με εισαγωγικά σχόλια, στο: π. Γ. Τσέτσης (επ.), Οικουμενικός Θρόνος και Οικουμένη, 77-88, σ. 85. Πρβλ. Μελίτων (Χατζής), Μητροπολίτης Χαλκηδόνος, «Εισήγησις ενώπιον της Δ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως» και «Η Οικουμενική Κίνησις και η Δ΄ Γενική Συνέλευσις του ΠΣΕ», στον τιμητικό τόμο Χαλκηδόνια. Μνήμη Μελίτωνος Χατζή, Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος 1913-1989, (Μνήμες της καθ’ ημάς Ανατολής, 3), Αθήνα 1999, 254-273, ιδίως σ. 271 και 387-400, ιδίως σ. 391.

[33] Βλ. «Ο Λόγος του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου του Α΄ κατά την επίσκεψή του στο ΠΣΕ (Γενεύη, 6 Νοεμβρίου 1967)», στο: π. Γ. Τσέτσης,  (επ.), Οικουμενικός Θρόνος και Οικουμένη, σ. 85. Πρβλ. και Μελίτων (Χατζής), Μητροπολίτης Χαλκηδόνος, «Εισήγησις ενώπιον της Δ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως» και «Η Οικουμενική Κίνησις και η Δ΄ Γενική Συνέλευσις του ΠΣΕ», σ. 256 και σ. 399 αντίστοιχα.

[34]Για τον Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Μελίτωνα βλ. στο ίδιο. Είναι κάτι που το επαναλαμβάνει συνέχεις στους λόγους του.

[35] Βλ. Ν. Nissiotis, «Visions of the Future of Ecumenism», Greek Orthodox Theological Review 26 (1981) 280-304, σ. 301.

[36] Βλ. τι αναφέρει ο Ν. Νησιώτης, «Ο Αθηναγόρας ήτο δι’ όλους και εις όλας τας Εκκλησίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης», Επίσκεψις, έτ. 3, αρ. 58, 12. 07. 1972, 18-24, σ. 21. Βλ. επίσης στο ίδιο ενδιαφέρον τεύχος του περιοδικού Επίσκεψις τι αναφέρει ο O. Clément, «Αθηναγόρας ο Α΄, μάρτυς της ‘καινότητος του πνεύματος’», 25-29, ιδίως σ. 26.

[37] Βλ. για τη Γενική Συνέλευση της Ουψάλα Στ. Τσομπανίδης, «Υ­πέρ της των πά­ντων ε­νώ­σε­ως» – Η συμ­βο­λή της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας και θε­ο­λο­γί­ας στο Πα­γκό­σμι­ο Συμ­βού­λι­ο Εκκλησιών, εκδ. Πουρ­να­ρά, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2008, ιδίως σ.146-155. Επίσης τη μελέτη μου «Υπέρ της Οικουμένης»: Μελέτες για την Οικουμενική Κίνηση και την αποστολή της Εκκλησίας στο σημερινό κόσμο, εκδ. Ostracon, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 74-78.

[38] Βλ. τη θαυμάσια ομιλία του στη Θεολογική Ακαδημία του Αγίου Κλήμεντος Αχρίδος την 13η Μαΐου του 1969, «Λόγος προς φοιτητάς Θεολογίας», στο: Ι. Αναστασίου (επ.), Αθηναγόρας Α΄: Οικουμενικός Πατριάρχης ο Ηπειρώτης, 359-360, εδώ σ. 360. Στην ομιλία αυτή ο Αναστάσιος Κάλλης βλέπει μια δυναμική-προφητική θεολογική τοποθέτηση του Αθηναγόρα (βλ. A. Kallis, Patriarch Athenagoras: Ein Prophet der Versöhnung, (Theophano-Hefte zu Themen orthodoxer Theologie), Münster 2003, σ. 17-18.

[39] Στο ίδιο, σ. 539.

[40] Βλ. O. Clément, «Αθηναγόρας ο Α΄, μάρτυς της ‘καινότητος του πνεύματος’», σ. 28. Πρβλ. Δ. Τσάκωνας, Αθηναγόρας ο Οικουμενικός, σ. 134.

[41] Βλ. τι αναφέρει ο Ν. Νησιώτης, «Ο Αθηναγόρας ήτο δι’ όλους και εις όλας τας Εκκλησίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης», σ. 22. Με αυτή τη διευκρίνιση ο Νησιώτης ξεκαθαρίζει ότι ο Αθηναγόρας δεν ήταν δύσπιστος έναντι όλων των θεολόγων όπως εφημολογείτο.

[42] «Λόγος προς φοιτητάς Θεολογίας», στο: Ι. Αναστασίου (επ.), Αθηναγόρας Α΄, σ. 360.

[43] Στο ίδιο.

[44] Βλ. στο ίδιο, «Πατριαρχική Απόδειξις επί τη Ημέρα της ειρήνης του κόσμου (1968)», 537-538, σ. 538.

[45] Στο ίδιο.

[46] Βλ. O. Clément, «Αθηναγόρας ο Α΄, μάρτυς της ‘καινότητος του πνεύματος’», σ. 28.

[47] Βλ. αναλυτικά για αυτό σε διάφορες μελέτες στο βιβλίο μου «Υπέρ της Οικουμένης»: Μελέτες για την Οικουμενική Κίνηση και την αποστολή της Εκκλησίας στο σημερινό κόσμο.

[48] Βλ. Στ. Τσομπανίδης, «Η χριστιανική Οικουμένη μετά τη Ι΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στο Μπουσάν (2013)», Θεολογία 85 (2014) 127-147.

[49] Βλ. στο ίδιο, σ. 137.

[50] Βλ. στο ίδιο, σ. 135. Πρβλ. για παράδειγμα τι δήλωνε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας τα Χριστούγεννα του 1960: «Η Εκκλησία ηδύνατο ασκήσαι μείζονα επίδρασιν επί των τυχών και της πορείας των λαών, εάν ήτο ηνωμένη και ουχί μεμερισμένη. Ο μερισμός και η διαίρεσις της Εκκλησίας του Χριστού εξησθένησαν αυτήν εν τη κοινωνική και εκπολιτιστική αυτής δράσει και αποστολή, κατέτεμον τας δυνάμεις αυτής και κατέστησαν αδύνατον τον συντονισμόν αυτών… Ας δεηθώμεν… όπως η εν Χριστώ πνευματική ημών ενότης προαχθή και αναπτυχθή εις πραγματική και ζώσαν και τελείαν εν Χριστώ ενότητα. Ας δεηθώμεν επίσης και υπέρ της αληθούς των λαών συναδελφώσεως και της αποκαταστάσεως εν τω κόσμω τάξεως συμφώνου προς τον Θείον νόμον της δικαιοσύνης και της αγάπης» («Πατριαρχική Απόδειξις επί τοις Χριστουγέννοις», Ορθοδοξία 35 (1960), σ. 378-379). Πρβλ. επίσης το Πρωτοχρονιάτικο Μήνυμα του 1959, για το οποίο έγινε λόγος και πιο πάνω: «…εν βαθυτάτῃ συνειδήσει της ευθύνης ταύτης, δηλούμεν, ότι είμεθα ειλικρινώς πρόθυμοι, όπως, προς τας αδιαλείπτους ευχάς και ικεσίας της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, υπέρ ‘της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου’, επισυνάψωμεν θετικήν και την συνεργασίαν ημών και επί πρακτικωτέρων πεδίων, τόσον εντός των ευρυτέρων Διεκκλησιαστικών Οργανισμών, εν οις μετέχομεν ήδη, συνεργαζόμενοι πλήρως, όσον και εντός των πλαισίων ιδιαιτέρων επαφών μετά της Πρεσβυγενούς της Δύσεως Εκκλησίας… Και θεωρούμεν πλέον εύκαιρον, όπως, κατά τας κοσμογονικάς ταύτας στιγμάς, ας διέρχεται η ἀνθρωπότης… συναντηθώμεν επί της βαθυτάτης ταύτης και επιτακτικής ανάγκης των λαών, ίνα εύρωσιν ούτοι λύσιν και ανακούφισιν εκ των κυκλούντων αυτούς προβλημάτων» («Μήνυμα της Α. Θ. Παναγιότητος επί τη πρώτη του έτους», στην Ορθοδοξία 34 (1959), σ. 112-113).

[51] Βλ. Β. Α. Βίσσερ Τουφτ, «Απομνημονεύματα», σ. 441. Βλ. επίσης στο αγγλικό πρωτότυπο W Visser’t Hooft, Memoirs, Westminster Press, Philadelphia 1973, σ. 257.

[52] Βλ. «Ο Λόγος του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου του Α΄ κατά την επίσκεψή του στο ΠΣΕ (Γενεύη, 6 Νοεμβρίου 1967)», στο: π. Γ. Τσέτσης,  (επ.), Οικουμενικός Θρόνος και Οικουμένη, σ. 81-82.

[53] Βλ. Β. Α. Βίσσερ Τουφτ, «Απομνημονεύματα», σ. 441.

Share this post
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
Δημοσιεύθηκε στην ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ και χαρακτηρίσθηκε , . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.