Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Ο ισαπόστολος και προφήτης

Η εισήγηση του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ στο συνέδριο με θέμα: «Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και οι θεολογικές αρχές του έργου του. Μια Επέτειος: 1714-2014»

Kosmas_66Σε διάφορες αφηγήσεις για τη ζωή και τη δράση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού αναφέρεται πως γκρέμισε στη Χειμάρρα εκκλησίες για να τις μετατρέψει σε σχολεία. Η αξιοπιστία της πληροφορίας ελέγχεται, αλλά δεν αποκλείεται σε κάποιες περιπτώσεις να προέτρεψε χριστιανούς να επισκευάσουν ερειπωμένες εκκλησίες, προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν ως σχολεία. Όπως και να έχουν όμως τα πράγματα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παρόμοιες αφηγήσεις αντικατοπτρίζουν το γνήσιο και αμείωτο ενδιαφέρον του αγίου για την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου του λαού, καθώς πίστευε ακράδαντα πως το σχολείο αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την προώθηση της ορθοδοξίας και πως η εκπαίδευση ήταν ένα εργαλείο κατήχησης στην ορθοδοξία. Όπως είναι γνωστό, το κήρυγμα του αγίου Κοσμά διασώθηκε μέσω της προφορικής παράδοσης και βρίσκεται καταγεγραμμένο στις “Διδαχές” και στις “Προφητείες” του, αλλά η ακρίβεια των λόγων του  είναι σχεδόν αδύνατο να βεβαιωθεί[1]. Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να αφίστανται της πραγματικότητας φράσεις που του αποδίδονται και φαίνεται να απηχούν της περί της αξίας της παιδείας απόψεις του: «Αι πολλαί Εκκλησίαι ούτε διατηρούν, ούτε ενισχύουν την πίστιν μας, όσον και όπως πρέπει, εάν οι εις Θεόν πιστεύοντες δεν είναι φωτισμένοι υπό των παλαιών και νέων Γραφών. Η πίστις μας δεν εστερεώθη από αμαθείς Αγίους, αλλά από σοφούς και πεπαιδευμένους, οίτινες και τας αγίας Γραφάς ακριβώς μας εξήγησαν και δια θεοπνεύστων λόγων αρκούντως μας εφώτισαν…». Και είναι ακριβώς παρόμοιες θέσεις του Πατροκοσμά, που επιβεβαιώνουν περισσότερο και από τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν προρρήσεις τον προφητικό χαρακτήρα της δράσης του.

Οι παραπάνω θέσεις του αγίου Κοσμά τον κατατάσσουν στην ίδια γραμμή σκέψης με τους μεγάλους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πιο εντυπωσιακό από τα χαρίσματα με τα οποία ο Θεός πλουτίζει την Εκκλησία του είναι αυτό της προφητείας. Αυτός είναι και ο λόγος που στους καταλόγους των χαρισματούχων της πρώτης Εκκλησίας που παρατίθενται τόσο στην Α´ προς Κορινθίους Επιστολή[2] όσο και στην προς Εφεσίους οι προφήτες αναφέρονται πάντοτε στη δεύτερη θέση μετά τους αποστόλους: «Αυτός σε άλλους έδωσε το χάρισμα του αποστόλου, σε άλλους του προφήτη, σε άλλους του ευαγγελιστή και σ’ άλλους του ποιμένα και δασκάλου,για να καταρτίζουν τους πιστούς για το έργο της διακονίας, ώστε να οικοδομείται το σώμα του Χριστού[3]».

Όπως όμως συμβαίνει με όλα τα εντυπωσιακά πράγματα, η προσέγγισή τους πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, γιατί συμβαίνει συχνά η εντύπωση που αυτά προκαλούν να συσκοτίζει το πραγματικό ή το βαθύτερο νόημά τους. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τις προφητείες, καθώς η αγωνία του ανθρώπου για να γνωρίσει το μέλλον και η ανασφάλεια πολύ συχνά τον καθιστούν εύπιστο και ευάλωτο σε διάφορους επιτήδειους που είναι έτοιμοι να εκμεταλλευτούν αυτήν την ανάγκη του. Η τοποθέτηση όμως των προφητών από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης δίπλα στους αποστόλους και μάλιστα πάνω από τους ευαγγελιστές και τους ποιμένες της Εκκλησίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτοί επιτελούσαν ένα ανάλογο με εκείνους και εξίσου σπουδαίο έργο. Αυτό οδηγεί επίσης τη σκέψη ότι ο προφήτης, όπως τον εννοεί η Γραφή, δεν μπορεί να είναι ένα μέντιουμ, ένας μάντης, αλλά φορέας του Πνεύματος του Θεού.

Kosmas_24

Στο σχετικό με το άγιο Πνεύμα άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως ομολογείται η πίστη των χριστιανών «εἰς τὸ Πνεῦμα το ἅγιον … τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν». Πραγματικά, οι προφήτες θεωρούνται από τη χριστιανικη σκέψη ως οι κατεξοχήν φορείς του Πνεύματος του Θεού, διά του οποίου ο Θεός μιλάει προς αυτούς και αυτοί προς τους ανθρώπους (πρβλ Πρα κη΄ 25-27· Εβρ ι΄ 15-17). Οι προφήτες ξεκινούν από την πεποίθηση ότι κλήθηκαν από τον Θεό, για να κηρύξουν τον λόγο του στους ανθρώπους. Δεν προϋποθέτουν μια ανώνυμη παγκόσμια ηθική τάξη, η ισχύς της οποίας αποδεικνύεται από την επιτυχία ή την αποτυχία της. Όσα λένε είναι λόγος του Θεού, γι’ αυτό εισάγουν πάντοτε τον λόγο τους με τη φράση «Ο Κύριος λέει τα εξής». Με ακλόνητη την πεποίθηση ότι αποτελούν «στόματα του Θεού» και φορείς της αποκάλυψης του θελήματός του, ελεύθεροι από συμβατικές δεσμεύσεις, δεν διστάζουν να στρέψουν την κριτική τους προς κάθε κατεύθυνση, στοχεύοντας στην επίτευξη μιας αληθινής σχέσης ανάμεσα στον Θεό και στον λαό του. Γιατί είναι πεπεισμένοι πως χωρίς αληθινή σχέση με τον Θεό, που εκφράζεται με αληθινή λατρεία του Θεού, η σωτηρία, με οποιαδήποτε μορφή και αν κατανοείται αυτή, είναι αδύνατη.

Αν και η αληθινή λατρεία του Θεού είναι το ζητούμενο από τους προφήτες, η κριτική που ασκούν στο ισραηλιτικό λατρευτικό σύστημα φτάνει μέχρι την πλήρη απόρριψή του και μάλιστα δεν διστάζουν να προτείνουν αντί της προσφοράς θυσιών την άσκηση κοινωνικής δικαιοσύνης (πρβλ Αμω ε ́ 21-24· Ησα α ́ 10-17· Ιερ ζ  ́1-15).

Για να γίνει κατανοητή η σύνδεση λατρείας του Θεού και κοινωνικής δικαιοσύνης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η περί λατρείας αντίληψη των γειτονικών με τον Ισραήλ λαών της εποχής. Όπως προκύπτει από τη μελέτη των χαναανιτικών κειμένων, οι λατρευτικές τελετές δεν προϋποθέτουν πραγματική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στους θεούς, ούτε επηρεάζονται από τις σχέσεις με τον συνάνθρωπο. Η ευφορία της γης ή η ξηρασία συνδέονται με τις περιπέτειες του θεού της καταιγίδας και όχι με τις επιλογές των ανθρώπων, ιδιαίτερα στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο θάνατος του Βάαλ συνεπάγεται τον θάνατο της φύσης και η ανάστασή του την αναζωογόνησή της. Έτσι, ο ειδωλολάτρης, με βάση την αιώνια ανακύκληση των φυσικών φαινομένων, γνωρίζει με βεβαιότητα ότι κάθε θάνατος της σποράς θα ακολουθηθεί από μια ανάσταση. Το μόνο που δεν μπορεί να υπολογίσει είναι το πότε ο Βάαλ θα ανακτήσει τη δύναμή του για να επιτρέψει και την αναζωογόνηση της φύσης. Στόχος, λοιπόν, της λατρείας είναι να επιδράσει μαγικά σ’ αυτήν τη διαδικασία, και όχι να καλλιεργήσει πραγματικές σχέσεις ανάμεσα στον θεό και στον άνθρωπο ή στους ανθρώπους μεταξύ τους. Η ξηρασία, η πείνα ή οι φυσικές καταστροφές αποτελούν αφορμή για θρήνους και προσφορά θυσιών, ποτέ όμως για μεταστροφή και αναγνώριση της αμαρτωλότητας.

Kosmas_74

Αδιαφορώντας, κατά συνέπεια, ο Ισραηλίτης για τις υποχρεώσεις του προς τον συνάνθρωπό του, που απορρέουν από τη Διαθήκη του με τον Θεό, γίνεται ειδωλολάτρης, έστω και αν προσφέρει λατρεία στον αληθινό Θεό. Χωρίς άμεση συνάρτηση με την καθημερινή ζωή η λατρεία αποσκοπεί απλώς στην ικανοποίηση και τον εξευμενισμό της θεότητας και καταντάει τελικά να λύνει τα χέρια όσων σκέπτονται και πράττουν το κακό. Αλλά το κοινωνικό κακό συνιστά «βεβήλωση του ονόματος του Θεού», όπως σαφέστατα θα δηλώσει ο προφήτης Αμώς (β ́ 6-8) καί, επομένως αίρει τη βασική προϋπόθεση για τη λατρεία, που συνοψίζεται στην εντολή “ἅγιοι ἔσεσθε ὅτι ἐγὼ ἅγιος κύριος ὁ θεὸς ὑμῶν” (Λευ ιθ ́ 2 κ.ά.). Υπό αυτές, λοιπόν, τις προϋποθέσεις, η λατρεία πιστοποιεί την άρνηση του Θεού, στην πραγματικότητα περιφρονεί τον Θεό και δικαιολογημένα απορρίπτεται από αυτόν δια του στόματος των προφητών με τόση αποστροφή.

Μια λεπτή, αλλά πολύ ουσιαστική διάκριση είναι στο σημείο αυτό απαραίτητη. Αυτό που απορρίπτεται δεν είναι ο θεσμός της λατρείας καθ’ εαυτός, αλλά η συγκεκριμένη περί λατρείας αντίληψη των ανθρώπων. Ο προφήτης Ωσηέ είναι στην προκειμένη περίπτωση σαφέστατος, καθώς διακηρύσσει αυτό που αργότερα θα επαναλάβει και ο Ιησούς Χριστός: «Αγάπη θέλω καὶ όχι θυσία, επίγνωση του Θεού και όχι ολοκαυτώματα»[4]. Οι επιλογές των ανθρώπων αποτελούν τον στόχο της κριτικής του προφήτη και όχι οι θεσμοί. Αυτό για το οποίο κατηγορεί ο Ωσηέ τους συγχρόνους του είναι η αδυναμία τους να συλλάβουν το πραγματικό νόημα των εννοιών «αγάπη» και «επίγνωση του Θεού». Οι δύο αυτές έννοιες δεν έχουν για τον προφήτη ηθική αλλά θεολογική σημασία. Έτσι, η βάση της διαθήκης δεν είναι η τήρηση νομικών και τελετουργικών υποχρεώσεων, αλλά η αγάπη που συνδέει τον Θεό με τον Ισραήλ. Επίσης, επίγνωση δεν σημαίνει θεωρητικό προβληματισμό για την ύπαρξη του Θεού, αλλά δυνατότητα αναγνώρισης από τον λαό της παρουσίας του Θεού στην Ιστορία του.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ρόλος του προφήτη δεν είναι η πρόγνωση του μέλλοντος, προφήτης δεν είναι αυτός που διαθέτει κάποιες υπερφυσικές ή μαγικές δυνάμεις, ώστε να προβλέπει το μέλλον, αλλά κάποιος ο οποίος φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα βλέπει πέρα από το παρόν και αναγνωρίζει το σχέδιο του Θεού μέσα στην Ιστορία. Σ’ αυτό ακριβώς διαφοροποιείται ο προφήτης από τον μάντη. Ο προφήτης δεν βασίζεται σε κάποιες ιδιαίτερες δυνάμεις του αλλά στον αγώνα του να κατανοήσει το σχέδιο του Θεού. Αυτός άλλωστε ήταν και ο αγώνας όλων των μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο περιγράφει ο προφήτης Ησαΐας το παράπονο του Θεού από τον λαό του στην πρώτη προφητεία με την οποία αρχίζει το βιβλίο του: «ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ισραηλ δέ με οὐκ ἔγνω, καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν»[5]. Το αίτημα για γνώση του Θεού περιέχεται και στην τελευταία προσευχή του Ιησού προς τον Πατέρα του: «αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωὴ ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν».[6]

Kosmas_54

Το ίδιο ακριβώς αίτημα και με την ίδια οξύτητα διατύπωνε και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός στα κηρύγματά του. Γύριζε από χωριό σε χωριό προσπαθώντας να εμπνεύσει στους κατοίκους τους την ίδρυση σχολείων, ώστε να μορφωθούν για να γνωρίσουν τον Χριστό. Όπως έγραφε στον αδελφό του Χρύσανθο (1779), ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία και 200 για τα κοινά γράμματα (δημοτικά), στις 30 επαρχίες που είχε επισκεφθεί[7]. Γνώση όμως του Θεού δεν σημαίνει απλώς μια καλή θεολογική κατάρτιση, μια γνώση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, αλλά την ικανότητα να εντάξει κανείς την καθημερινότητά του μέσα στο ευρύτερο σχέδιο της θείας οικονομίας, στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Τότε τα γεγονότα της καθημερινότητας αποκτούν μια εντελώς άλλη διάσταση, και τότε βλέπει κανείς τα πράγματα διαφορετικά και σε διαστάσεις που προηγουμένως δεν είχε ποτέ φανταστεί. Τότε ο κάθε πιστός γίνεται προφήτης, ακριβώς όπως το είχε ευχηθεί κάποτε ο προφήτης Μωυσής και το οραματίστηκε ο προφήτης Μιχαίας.

Η προφητεία, λοιπόν, δεν είναι ένα έκτακτο ή εκστατικό γεγονός που συμβαίνει κάτω από περίεργες ή μυστικιστικές συνθήκες και τελετές, αλλά ουσιαστικό στοιχείο της πνευματικότητας του χριστιανού. Κάποτε μια ομάδα Γερμανών προσκυνητών επισκέφτηκε το Άγιον Όρος με μια διάθεση όχι τουριστική, αλλά μαθησιακή. Συναντήθηκαν με έναν μοναχό που γνώριζε αγγλικά και άρχισαν να τον ρωτούν διάφορα πράγματα για την ορθοδοξία και τη μοναχική ζωή. Κάποια στιγμή η συζήτηση έφτασε και σε θέματα επικαιρότητας. Ο μοναχός δεν άλλαξε ούτε ύφος ούτε τρόπο ομιλίας. Συνέχισε να απαντάει με την ίδια ευθύτητα και βεβαιότητα όπως και προηγουμένως. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στους συνομιλητές του και κάποιος τον ρώτησε αν διαβάζει καθημερινά εφημερίδες ώστε να μπορεί με τόση άνεση να συζητάει για θέματα τρέχουσας επικαιρότητας. Η έκπληξη των συνομιλητών του έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν ο μοναχός τους πληροφόρησε ότι στο μοναστήρι δεν υπάρχουν εφημερίδες, οπότε τον ρώτησαν από πού αντλεί την ενημέρωσή του. Η απάντηση του μοναχού τους άφησε άναυδους. «Είναι απλό» τους είπε. «Οι προσκυνητές μας μεταφέρουν κάποιες πληροφορίες από τον έξω κόσμο, οπότε εμείς κατανοούμε το τι συμβαίνει». «We understand what is going on» ήταν η ακριβής απάντηση που συνοψίζει αυτό που θα αποκαλούσε κανείς ορθόδοξη πνευματικότητα.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Πατροκοσμάς δεν έκανε ένα ηθικιστικό ή προσαρμοσμένο στις καθημερινές ανάγκες του κάθε χωριού κήρυγμα, αλλά ακολουθούσε ένα βασικό θεολογικό σχήμα. Το θεολογικό του σχήμα είναι: δημιουργία από τον Θεό -πτώση- σωτηρία εν Χριστώ -μέθοδος οικειώσεως της εν Χριστώ σωτηρίας (λυτρωτικά μέσα της Εκκλησίας: άσκηση -μυστήρια).

Kosmas_78

Είναι λάθος να φαντάζεται κανείς τον Πατροκοσμά σαν έναν άνθρωπο που με απλανές βλέμμα γυρνούσε τα χωριά και έλεγε περίεργες φράσεις για πράγματα που θα συμβούν στο μέλλον. Οι όποιες προφητείες του ήταν ενταγμένες στο κήρυγμά του και δεν αποτελούσαν αυτοσκοπό αλλά παραδείγματα για μπορέσουν οι πιστοί να αποκτήσουν μια άλλη θεώρηση του κόσμου. Ότι ο κόσμος δεν είναι μόνον αυτή η μίζερη καθημερινότητα που βλέπει κανείς μπροστά του και αντιμετωπίζει, αλλά ο κόσμος έχει έναν σκοπό και ένα μέλλον που βρίσκεται πέρα από τα όρια του παρόντος κόσμου και καταλήγει στη Βασιλεία του Θεού.

 ——————-

[1] Kitromilides, Paschalis M. (2013). Enlightenment and Revolution: The Making of Modern Greece. Harvard: Harvard University Press. σελ. 126.

[2] Α΄ Κο ιβ΄ 28-29: Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, ἔπειτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήμψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις;

[3] Εφεδ΄ 11-12: Καὶ αὐτὸς ἔδωκεν τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

[4] Ωση ς΄ 6 πρβλ Ματ θ΄ 13. ιβ΄ 7.

[5] Ησα 1:3.

[6] Ιωα 17:3.

[7] Ιωαν. Μενούνου “Ο Πάτερ Κοσμάς”, σελ. 98-99.

Share this post
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
Δημοσιεύθηκε στην ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ και χαρακτηρίσθηκε , . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.