Ορθόδοξη θεολογία και το πρόβλημα της χειροτονίας των γυναικών

Του ομότιμου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας Πέτρου Βασιλειάδη

VassiliadisH Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και αρκετές δεκαετίες έχει διατυπώσει με το περίφημο διορθόδοξο συνέδριο της Ρόδου το 1988 μια πάγια θεολογική θέση γύρω από το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών. Προσφάτως, όμως, η αναθεώρηση των απόψεων του Μητροπολίτου Διοκλείας Καλλίστου Ware, του πρώτου σύγχρονου Ορθόδοξου θεολόγου που διατύπωσε συστηματικά θεολογικές απόψεις για το θέμα αυτό, οι μελέτες της Elizabeth Behr-Sigel, αλλά και παλαιότερα του Ορθοδόξου δογματολόγου αειμνήστου Νικολάου Ματσούκα, όπως και ορισμένες διδακτορικές διατριβές και μεταδιδακτορικές μονογραφίες Ορθοδόξων επιστημόνων, όπως του Κ. Γιοκαρίνη και της Μαρίας McDowell, έχουν κάνει επιτακτική την ανάγκη καλύτερης θεολογικής τεκμηρίωσης της επίσημης θέσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Απευθυνόμενος στην αγγλικανική κοινωνία κατά τη διάρκεια του τακτικού συνεδρίου της στο Λάμπεθ πριν από αρκετά χρόνια, εκπροσωπώντας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ο Μητροπολίτης Περγάμου επέστησε την προσοχή όλων, ότι η λύση στο ακανθώδες αυτό πρόβλημα που ταλανίζει τον χριστιανικό κόσμο και έχει διαιρέσει καθέτως και οριζοντίως τις διάφορες χριστιανικές ομολογίες δεν μπορεί να βρεθεί ούτε με βάση επιχειρήματα από την κοινωνική εξέλιξη (arguments from sociology) ούτε με βάση επιχειρήματα από την παράδοση (arguments from tradition). Αυτό που χρειάζεται είναι κυρίως θεολογικά επιχειρήματα. Είναι, ως εκ τούτου, αναγκαία εκ νέου μια σε βάθος θεολογική ανάλυση του όλου θέματος. Στη βάση αυτής της προβληματικής εργάζεται εδώ και αρκετούς μήνες, στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του Κέντρου Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητρ. Παντελεήμων Παπαγεωργίου», διεθνές μεταπτυχιακό/μεταδιδακτορικό σεμινάριο με θέμα: «Χειροτονία των γυναικών και Ορθόδοξη θεολογία», που συντονίζουμε από κοινού με την κ. Νίκη Παπαγεωργίου. Το σεμινάριο αποσκοπεί στην εξέταση σε βάθος όλων των θεολογικών επιχειρημάτων, τόσο υπέρ όσο και κατά της δυνατότητας συμμετοχής των γυναικών στην μυστηριακή ιερωσύνη. Στόχος του δεν είναι να διατυπώσει θέσεις υπέρ ή κατά της χειροτονίας των γυναικών, αλλά να παράσχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την παγκόσμια χριστιανική κοινότητα την αυθεντική θεολογική (και όχι μόνο κοινωνιολογική ή παραδοσιακή, δηλαδή νομοκανονική) τεκμηρίωση του θέματος.

Οι πρώτες συναντήσεις αυτού του σεμιναρίου ήταν εισαγωγικές με θέματα όπως: Μάρθα και Μαρία ως μοντέλα χριστιανικής μαρτυρίας (Ν. Παπαγεωργίου), το θέμα της χειροτονίας των γυναικών στο ΠΣΕ (Δ. Κούκουρα), η θέση της γυναίκας στον Απ. Παύλο (Ε. Αδαμτζίλογλου), ο ρόλος των γυναικών στην Κ.Δ., την Εκκλησία και τον οικουμενικό διάλογο (Ε. Κασσελούρη), βία κατά των γυναικών και ιερωσύνη (Ν. Αθανασοπούλου), η χειροτονία των γυναικών και η κοινωνιολογική και θρησκειολογική τυπολογία της υποταγής της γυναίκας (Χ. Αρβανίτης), Η περίπτωση της Μαρίας Μαγδαληνής και η χειροτονία των γυναικών (Αικ. Δροσιά), ο ρόλος των αιρέσεων στη διαμόρφωση της πατερικής διδασκαλίας για τις γυναίκες (Ε. Βουλγαράκη), η προβληματική της Καθολικής Εκκλησίας από την εγκύκλιο του 1975 μέχρι την τελευταία συνέντευξη του Πάπα Φραγκίσκου (Δ. Κεραμιδάς), και ο θεολογικός προβληματισμός του Ν. Ματσούκα (Μ. Χατζηαποστόλου) Βλ. εδώ.

Από την Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου, άρχισε σε διαδικτυακή μορφή η ουσιαστική θεολογική εξέταση του θέματος με την εισήγηση του Δρ. του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Κ. Γιοκαρίνη με θέμα «Το έμφυλο και το άφυλο του σαρκωθέντος Χριστού».  Ο κ. Γιοκαρίνης παρουσίασε συνοπτικά τα ευρήματα της ομότιτλης μεταδιδακτορικής του εργασίας, δηλώνοντας ξεκάθαρα, πως το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών δεν πρέπει να τίθεται στη βάση της διεκδίκησης δικαιωμάτων εξαιτίας των κατακτήσεων των μελών των σύγχρονων κοινωνιών, αλλά ως αίτημα για την εξεύρεση πειστικής θεολογικής απάντησης με βάση την αγιοπνευματική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας.

Όπως υποστήριξε, το θέμα του φύλου δεν έγινε αντικείμενο θεολογικού προβληματισμού και αντιπαραθέσεων κατά την περίοδο της αρχέγονης Εκκλησίας, αλλά προσήλκυε το ενδιαφέρον της θεολογικής σκέψης κατά καιρούς, οσάκις υπήρχε αμφισβήτηση για τη θέση και το ρόλο του λαϊκού στοιχείου στην Εκκλησία γενικότερα. Σήμερα, το θέμα του φύλου έκανε την επανεμφάνισή του, με το αίτημα της εισόδου των γυναικών στη μυστηριακή ιερωσύνη, το οποίο απασχολεί σε διαφορετικό βαθμό ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, προσλαμβάνοντας έτσι οικουμενικό χαρακτήρα. Η ανδρώα μορφή του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου υπήρξε ο κεντρικός άξονας και το βασικό επιχείρημα της κλασικής επιχειρηματολογίας για την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος. Η επίκληση όμως του άρρενος φύλου του σαρκωθέντος Υιού του Θεού για τον αποκλεισμό της γυναίκας από την ιερωσύνη αποτελεί υπεραπλούστευση.

Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε, «ἡ Ἐκκλησία τοῦ σαρκωθέντος Χριστοῦ, σήμερα, εἶναι ἀποδέκτης πολλῶν προκλήσεων. Εἰδικότερα, τά θήλεα μέλη τοῦ Σώματός Του διερωτῶνται, γιατί ἀποκλείονται ἀπό τό Μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης; Γιατί τό ἂρρεν φῦλο τῆς σάρκωσής Του λειτουργεῖ δεσμευτικά γιά τήν ἐπιλογή τοῦ φορέα τῆς Ἱερωσύνης; ‘Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο’ μᾶς λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί τό δόγμα τῆς Χαλκηδόνος βεβαιώνει ότι είναι ‘τέλειος ἐν τῇ ἀνθρωπότητι’. Πῶς, λοιπόν, τό ἂρρεν σχῆμα, «χιτώνας» ἢ «ἐπενδύτης» τοῦ σαρκωθέντος Χριστοῦ χρησιμοποιεῖται ὡς κριτήριο ἐπιλογῆς τοῦ φορέα τῆς Ἱερωσύνης, ὃταν μάλιστα αὐτό δέν εἷναι μόνο στοιχεῖο διαίρεσης, ἀλλά καί ‘προσηκείωται τῇ ἀλόγῳ φύσει’; Μήπως, ἀκόμη, συνιστᾶ ἂρνηση τοῦ δόγματος, ἀφού ‘τό ἀπρόσληπτον καί ἀθεράπευτον’;

ANASTASHΜέ δεδομένη τή θεολογική θέση, ὃτι ἡ ἱερωσύνη εἶναι τοῦ Χριστοῦ καί ὑποστασιάζεται ἱστορικά κατά τή σταυρική Του θυσία, τίθεται τό ἐρώτημα: τί θυσιάζει ὁ ένανθρωπήσας Θεός Λόγος ἐπί τοῦ Σταυροῦ: τήν τέλεια ἀνθρώπινη φύση ἢ τήν ἂρρενα μορφή της; Ἡ ἐπίκληση τῆς δυσχιλιετοῦς πρακτικῆς τῆς Ἐκκλησίας ἐπιλογῆς τῶν φορέων τῆς ἱερωσύνης, χωρίς δογματική κατοχύρωση στερεῖται πειθοῦς. Ὁ Χριστός διεκήρυξε: «Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή», ὂχι πάντως τό ἒθος, ἡ συνήθεια. Πολύ περισσότερο όταν η ἀπεμπόλιση τοῦ ἐσχατολογικοῦ χαρακτῆρα τῆς ὀντολογίας τῶν μελῶν της ἀποψιλώνει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐκ τῶν ἀναγνωριστικῶν στοιχείων τῆς ἰδιοπροσωπίας της καί τήν μεταβάλλει σέ θρησκευτικό κοσμικό καθίδρυμα».

Γενικώς, ο κ. Γιοκαρίνης ανέλυσε με βάση αποκλειστικά την εν συνόδοις εκπεφρασμένη άποψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (κυρίως της Χαλκηδόνας) και την Βίβλο (κυρίως Ιαάννη), αλλά και την χριστολογία, της ενανθρωπησιακή θεολογία, την εκκλησιολογία, την χριστιανική ανθρωπολογία, και την περί του Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως διδασκαλία της Γραφής (Εβρ.) και των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας (Αθανασίου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Γρηγορίου Νύσσης, ιερού Χρυσοστόμου, Μαξίμου του Ομολογητού), ότι ΔΕΝ αποκλείεται η δυνατότητα συμμετοχής των γυναικών στην μυστηριακή ιερωσύνη.

Με την επόμενη (24.2.2014) εισήγηση της Ορθόδοξης ερευνήτριας Δρ. Μαρίας ΜcDowell, η επιχειρηματολογία επεκτάθηκε στην ανάλυση του ζητήματος της χειροτονίας των γυναικών από την σκοπιά της ηθικής της Ορθόδοξης παράδοσης, με ειδική αναφορά στην σχεσιακή, εικονολογική και κυρίως την περί θεώσεως διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η εισήγησή της στηρίχτηκε στην διδακτορική της διατριβή  στο Boston College με θέμα: «The Joy of Enacted Virtue: Toward the Ordination of Women to the Eastern Orthodox Priesthood», καθώς και δύο πρόσφατα δημοσιευθείσες μελέτες της, αμφότερες του 2013. Στη πρώτη με θέμα: «O εικονισμός της ιερωσύνης: Αρσενικά σώματα ή ενσώματος φορέας αρετής;» αναφέρονται συνοπτικά τα εξής:

«Οι παλιότερες  θεολογίες περί ιερωσύνης προσδιορίζουν τα καθήκοντα, τις αρετές και τις μεταφορικές σχέσεις της γύρω από την εξής κύρια αποστολής της: την ενθάρρυνση μιας κοινής ζωής θεώσεως ως ενσώματης αρετής. Οι μεταφορικές σχέσεις χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν τον τρόπο  και την αρετή, με τα οποία η ιερατική διακονία πρέπει να ασκείται. Στον ιερέα ελπίζουμε να δούμε μια εικόνα της θεούμενης ανθρωπότητας, στην οποία όλοι καλούμαστε. Αυτή η θεολογία επιτρέπει τη συμμετοχή των γυναικών στην μυστηριακή ιεροσύνη. Ορισμένα επιχειρήματα νεώτερων Ορθόδοξων θεολόγων, στην προσπάθεια υπεράσπισης μιας αποκλειστικά ανδρικής ιερωσύνης, υποσκάπτουν αυτή τη θεολογία. Η γλώσσα των σχέσεων και της αρετής χρησιμοποιείται για να ορίσει τα καθήκοντα της ιερωσύνης σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του (ανδρικού μόνον) φύλου. Αυτή όμως η θεολογία οδηγεί σε, και έχει ως αποτέλεσμα την, μείωση της πλήρους ‘ανθρώπινης’ φύσης των γυναικών, αλλά  και του εύρους των ιερατικών καθηκόντων, υπονομεύοντας τον ρόλο της ιερωσύνης ως έκφρασης και  ενθάρρυνσης όλων των αρετών της πορευόμενης προς την θέωση ζωής».

Άγιος Γερμανός_31Η περίληψη της δεύτερης μελέτης της με τίτλο: «Η εικόνα του φύλου. Ορθόδοξη λειτουργία, Ορθόδοξο πρόσωπο, ανορθόδοξος αποκλεισμός» έχει ως εξής: «H Ορθόδοξη Ανατολική θεολογία υποστηρίζει, ότι η λειτουργία αποτελεί πρόγευση της βασιλείας του θεού καθιερώνοντας ένα πρότυπο σχέσεων, που οι χριστιανοί καλούνται να εφαρμόσουν στον κόσμο και για τον κόσμο. Αν δεχτούμε μια Ορθόδοξη θεολογική άποψη, κατά την οποία η λειτουργία αποτελεί την μοναδική πηγή προσδιορισμού ηθικής συμπεριφοράς (Ζηζιούλας), ορισμένοι Ορθόδοξοι θεολόγοι αντιμετωπίζουν τυπικά το ζήτημα της ιερωσύνης των γυναικών εντός του υπάρχοντος εικονικού πλαισίου της κυριακάτικης λειτουργίας, στην οποία μόνον οι άνδρες ασκούν εξουσία. Με βάση τα πρότυπα που ακολουθούν τόσο η τελετουργική θεωρία, όσο και η σύγχρονη ανθρωπολογία, είναι αναμενόμενη και η διατύπωση μιας χριστιανικής ανθρωπολογίας, η οποία κατά παρόμοιο τρόπο περιορίζει την εξουσία των γυναικών και τις ικανότητές τους (Hopko). Ωστόσο, η υποστήριξη του αποκλεισμού των γυναικών από την ισότιμη συμμετοχή στην λειτουργία, συμπεριλαμβανομένης και της μυστηριακής ιερωσύνης, είναι αποτέλεσμα μιας υπεραπλουστευμένης έννοιας της ιερωσύνης, της λειτουργίας, και του ανθρωπίνου προσώπου. Ούτε η περί προσώπου Ορθόδοξη θεολογία, ούτε οι ηθικές της επιπτώσεις, ούτε επίσης ορισμένα ξεχασμένα τμήματα της Ορθόδοξης παράδοσης, μπορούν να στηρίζουν τέτοιες υπεραπλουστεύσεις. Μάλλον, η αναγνώριση από την κοινότητα των μοναδικών ικανοτήτων των γυναικών και η αποδοχή της συμμετοχής τους στην ζωή της κοινότητας ενθαρρύνουν με αγαλλίαση την μεταμόρφωση των ανθρώπων που αγωνίζονται υπέρ της του κόσμου ζωής».

Αναμένοντας την επόμενη παρουσίαση, με θέμα τις επιπτώσεις για τη χειροτονία των γυναικών του θεσμού των διακονισσών στην Ορθόδοξη Ανατολική παράδοση, από τον Ομότιμο καθηγητή κ. Ευάγγελο Θεοδώρου – ο οποίος με την σχετική διδακτορική του διατριβή άνοιξε σε ανύποπτο χρόνο (1954) τον θεολογικό διάλογο στην Ορθόδοξη θεολογία – παρουσιάζουμε τις παραπάνω απόψεις για περαιτέρω θεολογική διαβούλευση της χώρας μας, μια και στην ανά την οικουμένη Ορθοδοξία η προβληματική αυτή άρχισε πια σοβαρά να συζητείται.

Share this post
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
Δημοσιεύθηκε στην ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ και χαρακτηρίσθηκε . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.