Η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Οθωμανικό κράτος και η προάσπιση των δικαιωμάτων του: Η περίπτωση του Πατριάρχη Διονυσίου Ε΄ (1887-1891)

Η εισήγηση του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Διονυσίου Βαλαή στο 13ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο  με θέμα “Χριστιανικός βίος και  πολιτική εξουσία” που διεξήχθη στο Μιλάνο (28-30 Αυγούστου)

IMG_5276Το περί ανεξιθρησκίας πολυθρύλητο «διάταγμα των Μεδιολάνων» (313), που εφέτος εορτάζουμε τη 1700ή επέτειο από την έκδοσή του, αποτελεί ορόσημο στην ιστορία της Εκκλησίας. Η χριστιανική πίστη από διωκόμενη κατέστη επιτρεπόμενη, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 380, αναγνωρίστηκε από τον Αυτοκράτορα Μ. Θεοδόσιο ως επίσημη θρησκεία του Ρωμαϊκού κράτους. Με τον τρόπο αυτό αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους προσδιοριστικούς και ενοποιητικούς παράγοντες της αυτοκρατορίας.

1. Συνοπτική αναφορά στις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας στο Βυζάντιο

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στη νομοθεσία του Βυζαντίου η χριστιανική Ιεροσύνη και η Βασιλεία χαρακτηρίζονταν ως δώρα του Θεού με διακριτούς ρόλους για τη διακονία του λαού. Ως εκ τούτου, μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, με την έννοια της πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας, αναπτύχθηκαν σχέσεις στενής συνεργασίας, χωρίς ωστόσο να εκλείπουν και περίοδοι προστριβών και εντάσεων μεταξύ τους λόγω των εκατέρωθεν υπερβάσεων των αρμοδιοτήτων τους. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο Αυτοκράτορας θεωρούνταν κεφαλή του κράτους και καλούνταν να προστατεύει την Εκκλησία. Εξέχουσα θέση και μεγάλο κύρος απέκτησε βαθμιαίως και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος πέραν των εκκλησιαστικών αρμοδιοτήτων του συνεπικουρούσε την πολιτική ηγεσία με σκοπό τη διασφάλιση της εσωτερικής ειρήνης και την προστασία της αυτοκρατορίας από εχθρικές απειλές.

Ασφαλώς, το πλέγμα αυτό σχέσεων μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας διαφοροποιήθηκε σημαντικά κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, καθότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο κλήθηκε να επιτελέσει την αποστολή του σε συνθήκες δουλείας υπό αλλόθρησκο ηγεμόνα. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαμορφωθείσας σχέσης του με το απολυταρχικό θεοκρατικό ισλαμικό καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα εξετάσουμε ακολούθως, εστιάζοντας το ερευνητικό ενδιαφέρον μας στο πατριαρχικό προνομιακό ζήτημα.

IMG_6038

2. Η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Οθωμανικό κράτος

Ο ηγετικός ρόλος του Οικουμενικού Πατριάρχη διατηρήθηκε και μάλιστα ενισχύθηκε κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας. Ο Σουλτάνος Μεχμέτ ο Β΄ ο Πορθητής, τηρώντας τον ισλαμικό ιερό νόμο σχετικά με τους κατακτημένους λαούς της Βίβλου και αποβλέποντας σε πολιτικά και οικονομικά οφέλη, παραχώρησε σημαντικές αρμοδιότητες στον πρώτο μετά την άλωση της Κων/πόλεως Οικουμενικό Πατριάρχη Γεννάδιο τον Β΄. Έκτοτε, οι παραχωρήσεις αυτές, γνωστές ως «προνόμια», περιλαμβάνονταν στο διοριστήριο έγγραφο (βεράτι), που χορηγούσε η Υψηλή Πύλη στον εκάστοτε Πατριάρχη κατά την επικύρωση της εκλογής του, ορίζοντας ως δικαιώματά του: α) το διορισμό και την παύση κληρικών και μοναχών, β) τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας, γ) την εκδίκαση αστικών υποθέσεων (γάμοι, διαζύγια, διατροφές, διαθήκες κλπ.), δ) την κάρπωση της αδιάθετης περιουσίας ιερωμένων και μοναχών μέχρι του ποσού των 5.000 άσπρων, και ε) την είσπραξη εκκλησιαστικών φόρων. Του παρεχόταν, επίσης, η διαβεβαίωση της ισόβιας άσκησης των καθηκόντων του, της προστασίας του από αυθαίρετες ενέργειες κρατικών αξιωματούχων και της μη άσκησης βίαιου εξισλαμισμού στο ποίμνιό του.

Επιφορτίστηκε όμως με βαριές ευθύνες και υποχρεώσεις, διότι ως αρχηγός των υπόδουλων Ορθοδόξων κατέστη υπεύθυνος και υπόλογος για την υποταγή και αφοσίωσή τους στην εξουσία του Σουλτάνου. Με τον τρόπο αυτό εντάχθηκε στο μηχανισμό διοίκησης του Οθωμανικού κράτους και λόγω της επισφαλούς θέσης του αναγκαζόταν σε περιόδους κρίσης να μετέρχεται διπλωματικές και κατευναστικές μεθόδους για την προστασία του ποιμνίου του. Συνεπώς, οι παραπάνω παραχωρήσεις, οι οποίες σημειωτέον ασκούνταν συνοδικώς, δεν πρέπει να δημιουργήσουν την εσφαλμένη εντύπωση ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε προνομιούχο θέση στο Οθωμανικό κράτος. Λειτούργησαν, ωστόσο, ως ασπίδα προστασίας για τους υπόδουλους Ορθοδόξους, οι οποίοι αποκτώντας μια μορφή αυτοδιοίκησης κατάφεραν να επιβιώσουν και να διατηρήσουν την πολιτισμική τους παράδοση.

Διακρίνοντας η Οθωμανική εξουσία τους κατακτημένους λαούς με κριτήριο τη θρησκευτική τους πίστη, παραχώρησε στους μη εξισλαμισθέντες Χριστιανούς και Ιουδαίους το δικαίωμα της ετεροδικίας με κριτές τους θρησκευτικούς ηγέτες τους. Στα εκκλησιαστικά δικαστήρια η απονομή της δικαιοσύνης βασιζόταν στους Ιερούς Κανόνες, τη βυζαντινή νομοθεσία, τις συνοδικές αποφάσεις και στο εθιμικό δίκαιο.

Μολαταύτα, παρά τις σουλτανικές εγγυήσεις, Οθωμανοί αξιωματούχοι προέβαιναν σε καταπιέσεις, βιαιοπραγίες και βίαιους εξισλαμισμούς. Η οδυνηρή αυτή κατάσταση της δουλείας καταδεικνύεται και από το πλήθος των Νεομαρτύρων αλλά και των Κρυπτοχριστιανών.

3. Επαναβεβαίωση και διεθνής αναγνώριση των πατριαρχικών δικαιωμάτων

Από το β΄ μισό του ΙΗ΄ αι. τα πατριαρχικά δικαιώματα, που είχαν προσωπικό και υποσχετικό χαρακτήρα, άρχισαν να προσλαμβάνουν νομική υπόσταση και μάλιστα διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανόμενα στις διακρατικές και διεθνείς συνθήκες που υπέγραφε η Υψηλή Πύλη. Συμπεριλήφθησαν, επίσης, στις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις του Οθωμανικού κράτους της περιόδου 1839-1856, κατά τις οποίες εξαγγέλθηκε η θρησκευτική ελευθερία και η ισονομία, επαναβεβαιώθηκαν τα πατριαρχικά προνόμια και δόθηκε η δυνατότητα ανέγερσης ναών, σχολείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Με βάση τις μεταρρυθμίσεις αυτές το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνέταξε τους Εθνικούς Κανονισμούς (1860-1862), με τους οποίους θεσπίστηκαν δύο 12μελή διοικητικά όργανα, η Ι. Σύνοδος για τις πνευματικές υποθέσεις και το Διαρκές Εθνικό Μικτό Συμβούλιο για τις υλικές.

IMG_5962

4. Το Προνομιακό ζήτημα

α) Α΄ φάση (1883-1884)

Οι κρατικές αρχές, εντούτοις, συνέχιζαν να αυθαιρετούν σε βάρος των χριστιανών, με συνέπεια να υποχρεωθεί η Υψηλή Πύλη στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878) να δώσει νέες εγγυήσεις για το σεβασμό των δικαιωμάτων των θρησκευτικών κοινοτήτων. Και αυτές όμως οι υποσχέσεις της αποδείχτηκαν απατηλές, αφού στο πλαίσιο της αφομοιωτικής πολιτικής της προέβη σε περιορισμό των αρμοδιοτήτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ιδίως των δικαστικών, με αποτέλεσμα να προκληθεί το 1883 το πολύκροτο Προνομιακό ζήτημα. Λόγω της αδιάλλακτης στάσης της, ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄, υπερασπιζόμενος με σθένος τα πατριαρχικά δικαιώματα, υπέβαλε την παραίτησή του (30 Μαρ. 1884). Τελικά, επί πατριαρχίας του διαδόχου του Ιωακείμ του Δ΄, η Κυβέρνηση υποχώρησε και τα αναγνώρισε επισήμως με την έκδοση σχετικής Εγκυκλίου (17 Σεπτ. 1884). Στην πράξη όμως η καταπάτηση των προνομίων του Πατριαρχείου συνεχιζόταν, αφού κρατικές υπηρεσίες, μην αναγνωρίζοντας τη δικαστική του αρμοδιότητα, αρνούνταν την εκτέλεση των αποφάσεών του.

β) Β΄ φάση – Η υπεράσπιση των πατριαρχικών δικαιωμάτων επί πατριαρχίας Διονυσίου Ε΄ (1887-1891)

Λόγω της κατάστασης αυτής, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος ο Ε΄ επισκέφθηκε στις 19 Ιουνίου 1890 τον μ. Βεζίρη και ζήτησε την επαναβεβαίωση των πατριαρχικών δικαιοδοσιών, επισημαίνοντας ότι αυτές εδράζονταν στα βεράτια και στους επικυρωμένους Εθνικούς Κανονισμούς. Η αντιπαράθεση των δύο πλευρών προσέλαβε εκρηκτικές διαστάσεις, εστιαζόμενη σε έξι κυρίως ζητήματα: α) τις διατροφές, β) τις διαθήκες, γ) την εποπτεία των σχολείων, δ) την προσωποκράτηση κατηγορούμενων κληρικών, ε) την ορκωμοσία κληρικών στα δικαστήρια, και στ) το διορισμό Ιεραρχών της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Τα τρία πρώτα αποτελούσαν παλιές αμφισβητήσεις της Υψηλής Πύλης, που είχαν αρθεί το 1884, ενώ τα υπόλοιπα ήταν νέα θέματα.

Επικαλούμενο το Οικουμενικό Πατριαρχείο τις επί αιώνες ισχύουσες δικαιοδοσίες του, ζητούσε από τις κρατικές αρχές την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεών του σε θέματα διατροφής και διαθήκης, όπως και προηγουμένως, δηλ. χωρίς να κρίνονται στα ισλαμικά δικαστήρια. Υπερασπιζόταν το δικαίωμά του να εποπτεύει τη λειτουργία των κοινοτικών σχολείων, διαμαρτυρόμενο για τις αυθαίρετες παρεμβάσεις Οθωμανών αξιωματούχων, που είχαν προβεί στο κλείσιμο σχολείων και στη φυλάκιση επιτρόπων και δασκάλων. Για την προστασία του κύρους της ιεροσύνης, ζητούσε ιδιαίτερη μεταχείριση κατά την προσωποκράτηση κατηγορούμενων κληρικών και την αντικατάσταση του όρκου των μαρτύρων ιερωμένων με σχετική διαβεβαίωση, που θα έδιναν στην εκκλησιαστική τους αρχή. Συναινούσε στην έκδοση των βερατίων Αρχιερέων της Βουλγαρικής Εξαρχίας, εφόσον όμως εκείνοι χαρακτηρίζονταν ως σχισματικοί και άλλαζαν το εξωτερικό τους σχήμα.

Παρά τα αλλεπάλληλα υπομνήματα διαμαρτυρίας του, ο Διονύσιος δεν είχε κάποια θετική ανταπόκριση από την Υψηλή Πύλη, γι’ αυτό στις 21 Αυγ. 1890 υπέβαλε για γ΄ φορά την παραίτησή του. Απεχώρησε από το Πατριαρχείο κάνοντας έκκληση για συναντίληψη στις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες Ελλάδος, Ρωσίας, Σερβίας και Ρουμανίας. Η παραίτησή του προκάλεσε αίσθηση στο χριστιανικό κόσμο της Δύσης και εκφραζόταν ο φόβος για στρατιωτική παρέμβαση της Ρωσίας.

Αποβλέποντας η Κυβέρνηση στην αποσόβηση τυχόν εσωτερικών αναταραχών έπαυσε επ’ αόριστον την έκδοση του πατριαρχικού περιοδικού «Εκκλησιαστική Αλήθεια» και της εφ. «Ανατολικός Αστήρ». Για την εξέταση του προνομιακού ζητήματος των Ορθοδόξων, αλλά και των Αρμενίων που διαμαρτύρονταν για το ίδιο θέμα, συγκρότησε υπουργική Επιτροπή και προέβη σε κάποιες υποχωρήσεις, οι οποίες όμως κρίθηκαν ως ανεπαρκείς από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Με Εγκύκλιό της η Ι. Σύνοδος (28 Σεπτ. 1890) απέδωσε την παραίτηση του Πατριάρχη στην παρέμβαση της Κυβέρνησης σε καθαρώς εκκλησιαστικά ζητήματα και γνωστοποίησε την απόφασή της να αποχωρήσει από το Πατριαρχείο.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 3 Οκτ. 1890, η Εκκλησία Κων/πόλεως ανακοίνωσε ότι τελούσε υπό διωγμό. Οι ορθόδοξοι ναοί της πρωτεύουσας και σταδιακά πολλών επαρχιών έκλεισαν και ο κλήρος έπαυσε να ιερουργεί. Τελούνταν μόνο σε έκτακτη ανάγκη βαπτίσεις κατ’ οίκον και κηδείες άνευ πομπής στους τάφους. Επρόκειτο για μια ύστατη μορφή διαμαρτυρίας, η οποία είχε διεθνή απήχηση και προκάλεσε ανησυχία στην Κυβέρνηση.

Σε αρκετές πόλεις, όπως Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Σμύρνη, Μυτιλήνη, Ιωάννινα και Πρέβεζα, πραγματοποιήθηκαν συλλαλητήρια συμπαράστασης στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο φόβος πρόκλησης εσωτερικών ταραχών και Ρωσικής επέμβασης την ημέρα των Χριστουγέννων ώθησε την Υψηλή Πύλη στην αναζήτηση λύσης. Για το σκοπό αυτό, κάλεσε στις 24 Δεκ. 1890 αντιπροσωπεία της Ι. Συνόδου και του Μικτού Συμβουλίου και υπογράφτηκε συμφωνητικό λύσης του προνομιακού ζητήματος, που ικανοποιούσε τις πατριαρχικές θέσεις. Κατόπιν της ευχάριστης αυτής εξέλιξης, ο Διονύσιος απέστειλε τις πρώτες πρωινές ώρες της 25ης Δεκεμβρίου επείγοντα τηλεγραφήματα στους Ιεράρχες, ώστε να ανοίξουν οι ναοί για τον εορτασμό των Χριστουγέννων.

Ένα μήνα περίπου αργότερα, στις 22 Ιαν. 1891, εκδόθηκε βεζιρική Εγκύκλιος, η οποία αναγνώριζε τα πατριαρχικά προνόμια διαλαμβάνοντας τα ακόλουθα:

α) Οι αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων σε υποθέσεις γάμου, διαζυγίου, διατροφής και προικός αναγνωρίζονταν όπως και στο παρελθόν.

β) Οι εκκλησιαστικές αποφάσεις για επικυρωμένες από Ιεράρχη ή επίτροπό του διαθήκες θεωρούνταν έγκυρες, εφόσον η κληροδοτούμενη περιουσία δεν περιλάμβανε βακούφια και δημόσιες γαίες. Σε περίπτωση ένστασης κληρονόμου, που ανήκε σε άλλη κοινότητα ή ήταν ξένος υπήκοος, αυτή θα παραπεμπόταν στα κρατικά δικαστήρια.

γ) Τα προγράμματα των σχολείων και τα διπλώματα των δασκάλων θα επικυρώνονταν από τις εκκλησιαστικές αρχές και θα γνωστοποιούνταν στην αρμόδια κρατική υπηρεσία, βάσει των οποίων θα διενεργούνταν η σχετική επιθεώρηση από κρατικούς αξιωματούχους.

δ) Οι κληρικοί απαλλάσσονταν από τον όρκο στα δικαστήρια, εφόσον έδιναν προηγουμένως διαβεβαίωση αληθούς κατάθεσης στην εκκλησιαστική τους αρχή. Η κλήτευση κατηγορούμενου για ποινικά αδικήματα κληρικού θα γινόταν μέσω της εκκλησιαστικής του αρχής. Αν η ποινή του ήταν πλημμέλημα ή πταίσμα, θα φυλακιζόταν στο Πατριαρχείο ή στις Μητροπόλεις. Σε περίπτωση κακουργήματος θα φυλακιζόταν στις κοινές φυλακές, κατόπιν αφαίρεσης του ιερατικού του αξιώματος.

Μετά την επίσημη αναγνώριση των πατριαρχικών δικαιωμάτων από την Υψηλή Πύλη, ο Διονύσιος επέστρεψε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (27 Ιαν. 1891). Με Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο (31 Ιαν. 1891) ζήτησε από τους Αρχιερείς των επαρχιών του την πιστή εφαρμογή της βεζιρικής Εγκυκλίου και τη συγκρότηση δύο εκκλησιαστικών δικαστηρίων υπό την προεδρία τους, το Πνευματικό και το Μικτό Δικαστήριο με τη συμμετοχή λαϊκών. Για τη λειτουργία των κοινοτικών σχολείων οι Ιεράρχες όφειλαν να μεριμνούν για την εκλογή της Εφορίας και των δασκάλων και να ελέγχουν το περιεχόμενο των μαθημάτων, ώστε να μην υπάρχει κάτι απάδον στο πολιτικό καθεστώς και στην ηθική και θρησκευτική διάπλαση των μαθητών. Καλούνταν, ακόμη, να συμβουλεύουν τους κληρικούς, ώστε να δίνουν το καλό παράδειγμα στο ποίμνιό τους και να απέχουν από τα αίτια που οδηγούσαν στα δικαστήρια.

Έτσι, με τη σταθερή στάση του Πατριάρχη Διονυσίου Ε΄ αλλά και των Μητροπολιτών Ηρακλείας Γερμανού και Δέρκων Καλλινίκου, που πρωτοστάτησαν μετά την παραίτησή του, ο αγώνας του Πατριαρχείου για την προάσπιση των δικαιωμάτων του είχε αίσιο τέλος. Τα εκκλησιαστικά προνόμια διεσώθησαν, αφήνοντας όμως σε εκκρεμότητα το ζήτημα των βερατίων της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Μέχρι την αποβίωσή του (13 Αυγ. 1891), ο Διονύσιος εργάστηκε με ζήλο για την αναδιοργάνωση της εκκλησιαστικής και κοινοτικής διοίκησης, προσέχοντας να μην δώσει αφορμή παρέμβασης της πολιτικής εξουσίας.

Παρόλα αυτά και πάλι το Οικουμενικό Πατριαρχείο συναντούσε εμπόδια στην άσκηση των δικαιοδοσιών του, ιδίως μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908). Η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913) και του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου (1914-1918). Με τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) συρρικνώθηκε εδαφικά και απώλεσε τις πολιτικές δικαιοδοσίες του, περιοριζόμενο μόνο στην άσκηση των πνευματικών καθηκόντων του, ενώ απειλήθηκε και η ιστορική έδρα του στην Κων/πολη. Οι κατατρεγμοί και η καταπάτηση των δικαιωμάτων του δεν κόπασαν, σημειώνοντας κατά καιρούς ιδιαίτερη έξαρση, με συνέπεια τη δραματική μείωση του ποιμνίου του στην Κων/πολη, που από τις 200.000 που ήταν το 1922 κατήλθε σήμερα περίπου στις 5.000. Παρά τη βελτίωση της στάσης της Τουρκικής Κυβέρνησης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο στερείται στις μέρες μας αυτονόητα δικαιώματά του, που είχε στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως είναι της θεολογικής κατάρτισης των κληρικών του (Θεολογική Σχολή της Χάλκης) και της κυριότητας στην εκκλησιαστική και ιδρυματική περιουσία του.

IMG_6014

5. Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας τα παραπάνω καταλήγουμε στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως πνευματικό και διοικητικό κέντρο των υπόδουλων Ορθοδόξων, αποτελούσε έναν χρήσιμο μηχανισμό στη διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από τα τέλη του 19ου αι., όμως, που εκείνη άρχισε να προσανατολίζεται προς το μοντέλο Έθνος-Κράτος, εκλαμβανόταν πλέον ως εμπόδιο στην πολιτική αφομοίωσης των θρησκευτικών μειονοτήτων, που είχε θέσει σε εφαρμογή η Κυβέρνηση υπό τον μανδύα του εκσυγχρονισμού των κρατικών δομών. Η κατάργηση των πατριαρχικών δικαιωμάτων αποτελούσε ζωτικής σημασίας ζήτημα για την επιβίωση της Ορθόδοξης Κοινότητας, καθότι με την απώλεια του δικαιώματος της ετεροδικίας στο απολυταρχικό θεοκρατικό Οθωμανικό καθεστώς, οι θρησκευτικές υποθέσεις των μελών της θα εκδικάζονταν στα ιεροδικεία με βάση το μουσουλμανικό δίκαιο, ενώ οι μεγάλες κληροδοτούμενες περιουσίες τους θα γίνονταν εύκολος στόχος στις αρπακτικές διαθέσεις των επιτηδείων αλλά και του κράτους. Δυσμενείς επιπτώσεις συνεπάγονταν και η αλλαγή του τρόπου εκδίκασης των παραπτωμάτων των κληρικών, καθώς επίσης η αφαίρεση της εποπτείας στη λειτουργία των κοινοτικών σχολείων, όπως φάνηκε και από τις ιστορικές εξελίξεις που επακολούθησαν.

Μιλάνο, 29-8-2013

Share this post
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
Δημοσιεύθηκε στην ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ και χαρακτηρίσθηκε . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.