Κώστας Μυγδάλης (Αρχιτέκτονας και Δρ. Θεολογίας του ΑΠΘ-Σύμβουλος της Δ.Σ.Ο), «Πολιτική και Διαθρησκειακός Διάλογος. Το παράδειγμα της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας»

D90_200

Εισήγηση στο Διεθνές Διαθρησκειακό Συμπόσιο με θέμα: Ορθόδοξη προσέγγιση για μια θεολογία των θρησκειών

Η ίδρυση της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας (Δ.Σ.Ο.), συμπίπτει με την περίοδο των μεγάλων ανακατατάξεων στην Ευρώπη και είναι ακριβώς γέννημα θρέμμα αυτής της περιόδου και του προβληματισμού της.

Μια και όλη η πρωτοβουλία ξεκίνησε από τη Ελλάδα, από το ελληνικό κοινοβούλιο αξίζει ίσως τον κόπο να ξαναθυμηθούμε, 20 χρόνια μετά, τις συνθήκες πολιτικές και κοινωνικές που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο κι που ώθησαν τον πολιτικό κόσμο να αναλάβει μια ανάλογης έκτασης και ειδικού ενδιαφέροντος πρωτοβουλία.

Νομίζω επίσης αυτή η αναφορά μου θα δώσει χρήσιμα για αυτό το συνέδριο στοιχεία, για μια περίοδο εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όπου σκέψεις, απόψεις, αποφάσεις και πρακτικές, ουσιαστικά συνέβαλαν στην μετέπειτα πορεία των πραγμάτων.

Η πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η διάσπαση του πολιτικοστρατιωτικού τους συνασπισμού, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και η ταυτόχρονη ανάδειξη των Η.Π.Α. ως μόνης υπερδύναμης στον πλανήτη, αποτέλεσαν, το καθοριστικό σημείο για το τέλος μιας ιστορικής περιόδου και την είσοδο της παγκόσμιας κοινότητας σε μια «νέα εποχή».

Στις χώρες αυτές, οι πολιτικές δυνάμεις -ακόμη και αυτές που, πριν από λίγα μόλις χρόνια, ήταν «κάθετα» αντίθετες προς την Ορθοδοξία – αναζητούν στην Ορθοδοξία αξίες για να οικοδομήσουν ένα νέο ιδεολογικό σύστημα.

Η γεωπολιτική πραγματικότητα που προέκυψε μετά τις σαρωτικές αλλαγές στην ανατολική Ευρώπη τροφοδότησε τον ήδη ζωηρό διάλογο για τη σχέση της Ορθοδοξίας με το ελληνικό έθνος, αλλά και γενικότερα με τα άλλα έθνη της Βαλκανικής και την Τουρκία. Αρκετοί παράγοντες στην Ελλάδα είδαν ότι, με συνεκτικό στοιχείο την Ορθοδοξία, η Ελλάδα θα μπορούσε να πλησιάσει τις πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες και να αναβαθμίσει το λόγο της και το ρόλο της στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, η οποία στο μέλλον θα μπορούσε να περιλάβει όχι μόνο τη Δύση αλλά και την Ανατολή.

Ισχυρός λόγος για τον οποίο, πάντα κατά τούς υποστηρικτές αυτής της άποψης, η Ελλάδα καλείτο να προωθήσει μια τέτοια πολιτική ήταν η κοινή αντιμετώπιση του τουρκικού επεκτατισμού από χώρες που θίγονται από αυτόν και των οποίων οι κάτοικοι είναι κατά πλειοψηφία Ορθόδοξοι στο θρήσκευμα..Κινητήριος μοχλός της τουρκικής πολιτικής πιστεύεται ότι είναι τα στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα των Η.Π.Α. και των άλλων μεγάλων Δυτικών κρατών.

Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε για να στηριχθεί η αναγκαιότητα της δημιουργίας «Ορθόδοξου άξονα» είναι η απειλή του Βατικανού, που μοιάζει να στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου «παραπετάσματος» για να απομονώσει τις Ορθόδοξες χώρες. Το Βατικανό για λόγους ισχύος ανατρέπει την καλή πορεία του θεολογικού διαλόγου, για τον οποίο υποστηρίχθηκε πως είναι αναγκαίος ανάμεσα στα δύο δόγματα, και αναθερμαίνει παλιές αντιθέσεις ανάμεσα στις θρησκευτικές ομάδες στο χώρο της ανατολικής Ευρώπης. Ενδιαφέρον, και χαρακτηριστικό είναι  ένα άλλο ακραίο σενάριο «Ορθόδοξης συνεργασίας», που εκφράστηκε από τον διανοούμενο Σαράντη Καργάκο, το οποίο προέβλεπε και τη χρήση, ή την απειλή έστω χρήσης, των πυρηνικών όπλων της Ρωσίας. «…Ένας άξονας όμως Αθηνών-Μόσχας, που αύριο θα περιλαμβάνει το Βελιγράδι, τη Σόφια, το Βουκουρέστι, το Κίεβο, την Τιφλίδα, ενδέχεται να αποτελέσει την αντίρροπη δύναμη στο κύμα του παγκοσμιοποιημένου αθεϊσμού…Για πρώτη φορά, χάρη στην Ορθόδοξη Ρωσία, ο κόσμος της Ορθοδοξίας έχει υπεροπλία…».

Ανάμεσα σε όλες τις «φωνές» που ακούστηκαν, ενδιαφέρει σε αυτό το σημείο να καταγράψουμε μια τάση που φαίνεται να «αξιοποιεί» στην επιχειρηματολογία της την Ορθοδοξία με την πολιτισμική. και οργανωτική της διάσταση, καθώς και τη σχέση ελληνικού έθνους και Ορθοδοξίας.

Στην πρόταση να γίνει η Ελλάδα «πολιτιστική υπερδύναμη» και να υπάρξει μια μεθοδευμένη κρατικο-εκκλησιαστική στρατηγική για την «εξαγωγή» Ελληνορθόδοξου πολιτισμού, διατυπώνονται συχνά αντιρρήσεις, ακόμα και από ορισμένους που δέχονται ότι η Ανατολική Εκκλησία ενσωμάτωσε και «μετουσίωσε» την ελληνική παιδεία και προβάλλουν την οικουμενική αξία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτό που «ενοχλεί» ιδιαίτερα είναι η κρατικο-εκκλησιαστική σκοπιμότητα, που παραχαράσσει το χαρακτήρα της Ορθόδοξης παράδοσης, η οποία δεν πρέπει να ταυτίζεται με την κρατική πολιτική, όποια και αν είναι αυτή.[1]

Αυτή, βέβαια, η πιθανή προοπτική της «συνεύρεσης των Ορθοδόξων λαών», που μόλις προσπαθήσαμε να περιγράψουμε, «πνίγηκε στο αίμα» των λαών της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Με τους πολέμους αυτούς, ισχυροποιήθηκαν οι απόψεις που συνιστούσαν αποφυγή της χρησιμοποίησης πολιτισμικών στοιχείων του παρελθόντος που είχαν σχετιστεί άμεσα με εθνικιστικές διεκδικήσεις, όπως η θρησκεία και οι εκκλησίες, για την προώθηση της νέας υπερεθνικής και ανεκτικής Ευρώπης.

Παράλληλα όμως, η ακόμη τότε πρόσφατη εμπλοκή του ΝΑΤΟ στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας, αλλά ακόμα περισσότερο στην κυπριακή τραγωδία, ενέτειναν την αίσθηση σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού ότι η Δύση, και πιο συγκεκριμένα οι Η.Π.Α., είναι οι άμεσοι υπεύθυνοι για την 7χρονη δικτατορία και την τουρκική εισβολή. Μεγάλα τμήματα της νεολαίας με πρωτεργάτες τους φοιτητές του εξωτερικού, προβάλλουν τις ιδέες του πρόσφατου γαλλικού Μάη, ένα μικρό τμήμα της νεολαίας αναζητεί την προοπτική στη θεολογία της απελευθέρωσης της Λατινικής Αμερικής, ενώ ένα άλλο τμήμα του ελληνικού λαού, μέσης πια ηλικίας, προσπαθεί να μπολιάσει τη νεολαία, που είχε καθηλωθεί με τα δεσμά της τρομοκρατίας και του ελληνοχριστιανικού λόγου με το κλίμα της περιόδου της Κατοχής.[2]

D90_214

Μια ρήση που συχνά επαναλαμβάνεται, λέει ότι στην μεταπολιτευτική Ελλάδα έγινε ηγεμονική η κουλτούρα των ηττημένων του Εμφυλίου. Η προσέγγιση αυτή βρίσκει πρόσφορο έδαφος στα αντιδυτικά αντανακλαστικά του ελληνικού λαού. Αυτή η αντίθεση, δηλαδή, αποτελεί κοινό στοιχείο μερίδας του ελληνικού λαού που κινείται τόσο στο χώρο της τότε αντιπολίτευσης όσο και στο χώρο της συντηρητικής παράταξης. Μια μερίδα διανοουμένων της Ορθόδοξης παράδοσης τηρεί επίσης εν πολλοίς απορριπτική στάση απέναντι στη Δύση και το πολιτικοκοινωνικό της σύστημα, στο οποίο επανεντάσσεται η Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας. (K. Καραμανλής: «Ανήκομεν εις την Δύση»). Την ίδια εποχή όμως με τη γενίκευση της αστικοποίησης του ελλαδικού πληθυσμού κορυφώνεται και η γενικότερη μεταπολεμική πολιτισμική τάση, η οποία ευνοούσε την ταχεία οικείωση των πολιτισμικών ρευμάτων, των πλαισίων ζωής, των τρόπων σκέψης και οργάνωσης της καθημερινότητας με τα πρότυπα των αναπτυγμένων Δυτικών δημοκρατιών. O Ιωάννης Πέτρου σε άρθρο του στην Αυγή με θέμα την «Λαϊκή θρησκευτικότητα και πολυπολιτισμική κοινωνία»: τονίζει: «…Η θρησκεία και ο τρόπος έκφρασης της θρησκευτικότητας, αλλά και η αποδοχή τους ή μη είναι υπόθεση προσωπικής ελευθερίας και όχι αποτέλεσμα οποιουδήποτε καταναγκασμού.

Γι’ αυτό κατοχυρώνεται συνταγματικά με μη αναθεωρήσιμο άρθρο η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Εξάλλου, και ο χριστιανισμός στηρίζεται στην ελευθερία και όχι στην επιβολή, άμεση ή έμμεση. Με την έννοια αυτή, η θρησκευτική κοινότητα είναι εθελοντική. Εφόσον συμμετέχουν πολλοί σε αυτήν, αποκτά κοινωνικό χαρακτήρα. Αυτή είναι μια βασική διάσταση, που είναι απαραίτητο να κατανοηθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα και από εκείνους που χρησιμοποιούν πολιτικά τη θρησκευτικότητα…». Αυτή η κατάσταση δημιούργησε και τη στέρεα πεποίθηση σε σημαντικές κοινωνικές ομάδες με αστικό φιλελεύθερο προσανατολισμό ότι δομικά η Ελλάδα ανήκει στο περιβάλλον των Δυτικών δημοκρατιών, όπου και πρέπει να ενσωματωθεί, ακολουθώντας πιστά τα θεσμικά τους γνωρίσματα. Μια τέτοια, βέβαια, πολιτική στάση, ένας τέτοιος προσανατολισμός της ελληνικής κοινωνίας, δεν ευνοούσε τη μονοσήμαντη αναφορά στο «ελληνοχριστιανικό παρελθόν», αλλά επιζητούσε την έκφρασή της μέσα από πολιτικές αναφορές, σταθερές και αξίες των «ώριμων», λεγομένων, Δυτικών δημοκρατιών και κοινωνιών: την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, την πρόσβαση των περισσότερων κοινωνικών ομάδων σε αγαθά του καταναλωτικού πολιτισμού,[3] την ανεκτικότητα, την πολυπολιτισμικότητα, τον πλουραλισμό εν γένει.

Αυτό το ρευστό και πολυσύνθετο ιδεολογικό και πολιτισμικό τοπίο ενθάρρυνε την έντονη προβολή από κύκλους των θρησκευτικών «οργανώσεων», ή ακόμη και από αμιγώς εκκλησιαστικούς κύκλους, ανησυχιών για εγκατάλειψη των μοναδικών εθνικών ιδανικών, τα οποία συντήρησαν ποικιλότροπα τον Ελληνισμό και εξασφάλισαν – παρά τις ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες στις οποίες  συνήθως βρέθηκε – την πολιτισμική συνέχειά του στο πέρασμα των αιώνων. Οι θρησκευτικής χροιάς αυτοί πυρήνες, τιμητές των πάντων, θορυβήθηκαν από την πλουραλιστική έκφραση ποικίλων αξιών και στάσεων ζωής σε ένα προνομιακό γι’ αυτούς μέχρι τότε επίπεδο της δημόσιας ζωής, που την επέβαλε η φιλελευθεροποίηση του πολιτικού καθεστώτος.[4] Έτσι, γεγονότα, που συνδέονται με τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας, όπως το λεγόμενο Μακεδονικό (θέμα που κατά την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα θα απασχολήσει έντονα την ελληνική κοινωνία) ή το θέμα της μειονότητας της «Βορείου Ηπείρου» και το πρόβλημα της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης προκαλούσαν αντανακλαστικές συμπεριφορές σε ομάδες σχετιζόμενες με την ελλαδική Ορθοδοξία, επειδή ακριβώς υπήρχε σε αυτές η αίσθηση ότι οι πολιτικές δυνάμεις εγκατέλειπαν το αξίωμα του «ακραιφνούς ελληνισμού». Οι ομάδες αυτές στηρίχθηκαν εν μέρει ιδεολογικά στις απόψεις των «νεορθοδόξων» και άλλων διανοουμένων και μελετητών με παραπλήσιες απόψεις (π. Ι. Ρωμανίδης, π. Γ. Μεταλληνός), απόψεις που αναδείκνυαν την ελληνική καταβολή της Ορθοδοξίας, και κατ’ επέκταση τη σχέση της με το ελληνικό έθνος.

Την περίοδο αυτή έχουμε την έκδοση του περιοδικού του Θεολογικού Συνδέσμου Καθ’ οδόν που άρχισε να κυκλοφορεί τον Ιανουάριο του 1992. Εκδίδεται από συντονιστική επιτροπή με υπεύθυνο τον ομότιμο καθηγητή του Θεολογικού Τμήματος του Α.Π.Θ. Νικόλαο Ζαχαρόπουλο. Η έκδοση πραγματοποιείται από τον εκδοτικό οίκο Παρατηρητής, στη Θεσσαλονίκη. Ως προς τους στόχους της έκδοσης, η συντακτική επιτροπή σημειώνει: «Κάλεσμα για αποδέσμευση, αυτογνωσία και παρόν, στο πλαίσιο της Ορθοδοξίας, ή αλλιώς του Ελληνικού Πολιτισμού, σήμερα πραγματοποιούμε, δίνοντας τις αφορμές για μια συνάντηση με τους εντός και τους εκτός, τους εγγύς και τους μακράν. […] Η συνάντηση θα άρει τις αντιφάσεις και αντιθέσεις, θα παρακάμψει τις εθνικιστικές ή φυλετικές διαφορές, θα διώξει την ξενοφοβία, θα ενισχύσει τη διεκδίκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] θα αφήσει να φανούν τα ενοποιά στοιχεία που συνέχουν τον κόσμο μας…».Από το εισαγωγικό κείμενο, γίνεται φανερό ότι στόχος του φορέα που εκδίδει το περιοδικό, δηλαδή του Θεολογικού Συνδέσμου της Θεσσαλονίκης, είναι να αποτελέσει αυτό βήμα διαλόγου γύρω από σύγχρονα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά προβλήματα που συνδέονται με το θρησκευτικό φαινόμενο και την Ορθοδοξία, δίχως ο προβληματισμός, ο οποίος είναι ζητούμενο να προκύψει από αυτόν το διάλογο, να  δεσμεύεται από ομολογιακές ή άλλες οριοθετήσεις.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα γεγονότων, μέσα σε ένα τέτοιο ορυμαγδό απόψεων και αγωνιών έχουμε το 1991 μια πρώτη θετική αντίδραση από το τότε κοινοβούλιο με πλειοψηφία της Ν.Δ με τον Κώστα Μητσοτάκη. Συστήνεται επιτροπή θρησκευμάτων και ορθοδοξίας με πρόεδρο τον Βασίλη Κοραχάη και αντιπρόεδρο κατά μια έννοια τον Στέλιο Παπαθεμελή. Παρακολουθώ και συμμετέχω από τότε στο εγχείρημα ως άμισθος σύμβουλος και σε συνεννόηση με τους πατέρες της Σιμωνόπετρας οργανώνουμε με πολύ κόπο και με την οικονομική βοήθεια της κυβέρνησης την πρώτη συνάντηση, συνέδριο με θέμα «Η ορθοδοξία στην νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα». Ήταν ο κ. Βασιλειάδης εκεί και εκείνο που έχω να θυμηθώ είναι πρώτα η διάχυτη αγωνία των ανθρώπων που συμμετείχαν, εκπρόσωποι Κοινοβουλίων, Εκκλησιών και Θεολογικών Σχολών, αγωνία ως προς το μέλλον των Ορθοδόξων, το πλήθος των άτακτων απόψεων οι οποίες διακινούντο μέσα σε αυτό το 4ήμερο, αποτέλεσμα του θυμού όλου αυτού του κόσμου και της απολύτου αδυναμία του να αρθρώσει έναν δομημένο θρησκευτικό και πολιτικό λόγο και μέναμε εμείς οι έλληνες να γινόμαστε δέκτες αιτημάτων και προτάσεων από κάθε κατεύθυνση και ακόμη να αποτελούμε εμείς την μόνη διέξοδο όλου αυτού του κόσμου. Ο πολιτικός κόσμος της Ελλάδας στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και βρήκαμε οργανωμένη, συγκροτημένη ανταπόκριση από την ρωσική αντιπροσωπεία που ήταν πολύ υψηλού επιπέδου με επικεφαλής υφυπουργό και μαζί με αυτόν τον πρόεδρο της διπλωματικής ακαδημίας της Μόσχας. Έτσι καταλήξαμε σε ένα ουσιαστικό διακηρυκτικό κείμενο, σύγχρονο και ανταποκρινόμενο στις ανάγκες και στις περιστάσεις και το οποίο είναι απολύτως σύγχρονο και στις μέρες μας.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Η ιδρυτική πράξη της Δ.Σ.Ο τον ερχόμενο χρόνο, δηλαδή το 1994, η οποία υπογράφεται μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο.

Είχε την πρόνοια και μιάς εξ αρχής συμπεριέλαβε στους κόλπους της το κοινοβούλιο της Αρμενίας και στην συνέχεια κοινοβούλια άλλων χωρών στις οποίες έχουν τις πατρογονικές τους εστίες και σήμερα διαβιούν χριστιανοί των αρχαίων ανατολικών εκκλησιών.

Αποτελεί την αρχή μιας πορείας στην οποία πάντα βρίσκει την συμπαράσταση του κοινοβουλίου της Ελλάδος κατά πρώτον αλλά και όλων των άλλων στην συνέχεια. Σταθερός πυλώνας επίσης η ρωσική Κρατική Δούμα. Για τον χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και ειδικότερα της νέας Ρωσίας, η δικιά μου καταγραφή όπως τον γνώρισα μέσα από την Δ.Σ.Ο, έχει να σημειώσει τα εξής:

Γρήγορα, τα στελέχη της πρώην ΕΣ.Σ.Δ, από την δημοκρατία της Ρωσίας προερχόμενα, στρατευθήκαν στην ιερή ιδέα της διατήρησης και ανάδειξης του κυρίαρχου ρόλου της Ρωσίας στην πρώην ανατολική Ευρώπη και στην ευρύτερη περιοχή αλλά και των προνομίων της άρχουσας τάξης στην οποία ανήκαν. Όχημα η κυρίαρχη στην Σοβιετία ρωσική γλώσσα και βέβαια η Ορθοδοξία. Διεκήρυξε ο ηγέτης του ρωσικού Κ.Κ.Ζουγκάνωφ (Νέα 11/12/1998) ότι το κόμμα του «δεν είναι αντιθρησκευτικό όπως στο παρελθόν, επειδή οι αξίες και η ιδεολογία του απορρέουν από τις ίδιες τις αξίες και τις ιδέες της Ορθοδοξίας. Ο ιδεολογικός μας αρχηγός είναι ο Ιησούς Χριστός!» Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως ο επί 8 χρόνια πρώτος πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης της Δ.Σ.Ο, υπήρξε το τρίτο στην ιεραρχία στέλεχος του Κ.Κ.Ρ, Victor Zorkaltsev.

Η αντιπροσωπεία της Ρωσίας στην Δ.Σ.Ο από την πρώτη στιγμή της συνεργασίας μας, εντάχθηκε χωρίς προβλήματα στο νέο περιβάλλον, λειτούργησε αποτελεσματικά και με όρους πολιτικούς εκ μιας πρώτης στιγμής, προσπάθησε με τρόπο σεβόμενο τα πολιτικά ήθη να αναδείξει και να διευρύνει τον ρόλο της Ρωσίας στην Οργάνωση.

D90_77

Παιδιά άλλωστε της ίδιας δυτικής κουλτούρας του ορθού λόγου, κομμάτι του οποίου είναι ο Μαρξισμός, γρήγορα προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα και σχεδόν κυνικά αλλά αποτελεσματικά αντικατέστησαν την υψωμένη γροθιά με το σημείο του Σταυρού, άδοντες συγχρόνως αντί το « Εμπρός της γης οι κολασμένοι….» το « Χριστός Ανέστη…».

Ίσως το μόνο σημείο το οποίο αξίζει να σημειώσουμε είναι, ότι όλος αυτός ο κόσμος της πολιτικής που προερχόταν από τον χώρο της κομματικής νομενκλατούρας, δεν φαντάστηκε ποτέ, δεν υποψιάστηκε ούτε κατ’ ελάχιστο, τον καθοριστικό ρόλο που έχει η ελληνική θεολογία, η ελληνική γλώσσα, ο ευρύτερος ελληνικός χώρος στα ορθόδοξα και εν γένει τα θρησκευτικά πράγματα. Η διαπίστωση ότι ο πατριάρχης Μόσχας είναι μόλις έκτος στα πρεσβεία των πατριαρχείων και ότι μια σειρά από χώροι, μνημεία θεσμοί, ευρίσκονται στα χέρια της ευρύτερης ελληνικής πραγματικότητας, ότι ακόμη η μη γνώση της ελληνικής γλώσσας στερεί τους θεολόγους από ένα σημαντικό εργαλείο έρευνας και κατανόησης της ορθόδοξης θεολογίας, τους εξέπληττε και τους δυσαρεστούσε, ποτέ όμως δεν υπερέβησαν τους κανόνες της διπλωματίας και των καλών πρακτικών στις μεταξύ μας σχέσεις. Αυτή λοιπόν την άτυπη αλλά ουσιαστική πρωτοπορία του ελληνικού λόγου, όταν την κατενόησαν την αποδέχθηκαν και σήμερα την θαυμάζουν και την εμπιστεύονται και την χαίρονται (Βαρθολομαίος).

Η Δ.Σ.Ο είναι η πρώτη κοινοβουλευτική οργάνωση θεματικού, ας πούμε, χαρακτήρα και βέβαια η πρώτη που αναφέρεται στην πίστη και την θρησκευτική παράδοση όχι μόνο των συμμετεχόντων βουλευτών αλλά και  των κοινοβουλίων τα οποία εκπροσωπούν και δι αυτών που αναφέρεται εν τέλει στην θρησκευτική πίστη και μνήμη λαών και περιοχών ανα τον κόσμο. Ακολούθησαν οι μουσουλμάνοι και άλλες κοινοβουλευτικές ενώσεις που έχουν τοπική αναφορά όπως το Παναφρικανικό κοινοβούλιο με το οποίο η ΔΣΟ αναπτύσσει στενή συνεργασία ή ή ευρασιατική Ένωση κ.α.

Είναι ίσως αυτό το οποίο πολύ εύστοχα ονομάζει ο Χρ. Γιανναράς πολιτιστική διπλωματία επισημαίνοντας: «…Πολιτιστική διπλωματία μπορεί να ασκηθεί μόνο από λαούς που μπορούν να διακρίνουν τι το ξεχωριστό, το αποκλειστικά δικό τους έχουν να συνεισφέρουν στον διεθνή στίβο των πολιτιστικών αλληλοεπιδράσεων…».

Η Δ.Σ.Ο ως πολιτική οργάνωση διέπεται από τις αρχές της Δημοκρατίας και τους κανόνες του κοινοβουλευτισμού. Συμμετέχουν βουλευτές που ανήκουν σε όλα τα κόμματα που απαρτίζουν το κάθε κοινοβούλιο και ως εκ τούτου η Δ.Σ.Ο είναι υπερκομματική οργάνωση στα πλαίσια της οποίας δεν λειτουργούν κομματικού ή τοπικού χαρακτήρα συσσωματώσεις. Αρθρώνει λόγο κοινοβουλευτικό, σύγχρονο, δυναμικό, πολιτικό λόγο ο οποίος ενώ έχει ως αναφορά ως αφετηρία την Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, ταυτόχρονα υπερβαίνει κάθε είδους θρησκευτική αντιπαράθεση και απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως. Διατηρεί άριστες σχέσεις με κάθε ορθόδοξη ή χριστιανική εκκλησία όπως και με κάθε θρησκευτική αρχή. Μέσα από δομές συνεργασίας που έχουμε φτιάξει, συνομιλούμε και προσπαθούμε να συνεργασθούμε με άλλες παρόμοιες οργανώσεις θεματικής δηλαδή θρησκευτικής αναφοράς, με πρώτη την Κοινοβουλευτική Ένωση των Κρατών Μελών της Ισλαμικής Συνδιάσκεψης, που εδρεύει στην Τεχεράνη όπως και με τους μουσουλμάνους του Δικτύου Ανάπτυξης :Αγά Χάν, αλλά και με το Παναφρικανικό κοινοβούλιο, με το οποίο διατηρούμε προνομιακές σχέσεις, ή και άλλες κοινοβουλευτικές ενώσεις.

Σας μεταφέρω αποσπάσματα από το κοινό ανακοινωθέν της Δ.Σ.Ο με την Κοινοβουλευτική Ένωση των Κρατών Μελών της Ισλαμικής Συνδιάσκεψης.

«… μέσα στον σύγχρονο κόσμο των μεγάλων τεχνολογικών επιτευγμάτων και της άγριας παγκοσμιοποίησης εμπορίου, οι λαοί της γης, δικαιούνται να αναζητήσουν το μέλλον τους μέσα από τις δικές τους πολιτιστικές κατακτήσεις, παραδόσεις και πεποιθήσεις. Δικαιούνται ακόμη να αναδείξουν  τις αντιστάσεις τους στην πολιτιστική ισοπέδωση που επιχειρείται, στην υπερκατανάλωση υλικών αγαθών και στην έλλειψη πνευματικών αναζητήσεων….. Όσο ο σύγχρονος κόσμος προσπαθεί μέσα από τον διάλογο, συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας, την αλληλοκατανόηση και την ανεκτικότητα, να επιλύσει τα προβλήματα που απειλούν τις διαχρονικές κατακτήσεις του και την υπόστασή του, οι κοινοβουλευτικοί, φορείς έκφρασης αυτών των ιδανικών, έχουν έναν ειδικό και πρωτεύοντα λόγο στην προσπάθεια αυτή….».

Είναι προφανές ότι η διαμόρφωση ηπίου πολιτικού κλίματος, η διαμόρφωση συνθηκών ανεκτικότητας και ετερότητας κατά περίπτωση, και καλής και χρηστής αντίληψης των πραγμάτων, συμβάλει στην δημιουργία αναλόγου κλίματος μεταξύ των θρησκευτικών χώρων και δημιουργεί καλλίτερες συνθήκες θρησκευτικών διαλόγων και συνεργασιών εν γένει.

Εδώ μάλιστα θέλω να τονίσω κάτι κρίσιμο. Αποφεύγουν οι θρησκευτικοί ηγέτες να ομολογήσουν, να αποδεχθούν το πόσο σημαντικές και καθοριστικές είναι οι πολιτικές συγκυρίες στην προώθηση του  θρησκευτικού  διάλογου  και  στις διαθρησκιακές σχέσεις.

Πριν 6 χρόνια το 2007, η Δ.Σ.Ο τοποθετήθηκε πάνω στο σε αυτό το θέμα. Στην πρωτεύουσα του Καζακστάν Αστανά στα συμπεράσματα της   ετήσιας Γενικής Συνέλευσης με θέμα: «Ο Διαθρησκειακός διάλογος ως παράγοντας ειρηνικών και δίκαιων σχέσεων μεταξύ των λαών» επισημαίνεται:

«….Αν και η θρησκεία, στις πλείστες των περιπτώσεων, δεν αποτελεί την κύρια αιτία των βίαιων αναμετρήσεων, εν τούτοις θρησκευτικοί συμβολισμοί και απόψεις έχουν επιστρατευθεί και χρησιμοποιηθεί, προκειμένου να νομιμοποιήσουν την χρήση βίας ως μέσο πολιτικής πάλης για εξουσία.

Οι ίδιες δε οι θρησκευτικές κοινότητες ενώ δηλώνουν ότι δεν πρόκειται για θρησκευτικές διαμάχες και αυτοδεσμεύονται στην προοπτική της ειρήνης και της ανεξιθρησκίας, είναι απροετοίμαστες να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την δυναμική της αποκαλούμενης θρησκευτικής βίας η οποία απελευθερώνεται.

Αυτά, στις αρχές του νέου αιώνα των τεχνολογιών, όπου ο θρησκευτικός πλουραλισμός είναι πραγματικότητα και όλες οι θρησκείες οφείλουν να το παραδεχθούν.

Ενώ οι πολίτες καλούνται να συνειδητοποιήσουν την ξεκάθαρη διαφοροποίηση του κράτους και των μηχανισμών του από την θρησκεία, του δημοσίου από τον ιδιωτικό χώρο και ότι τέλος το κοσμικό κράτος δεν δύναται να στηρίζεται στην θρησκευτική νομιμοποίηση της εξουσίας του.

D90_275

Ο σύγχρονος κόσμος καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα αυτά με πνεύμα συμφιλίωσης και καταλλαγής. Ο κάθε ένας από μας καλείται να απαντήσει στο διαφορετικό και ξένο, «φιλόξενα» και με ανεκτικότητα.

Οι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες στην παγκόσμια σκηνή θα πρέπει με υπεύθυνο τρόπο να αναζητήσουν τις αιτίες των φαινομένων αυτών και με πνεύμα φιλεύσπλαχνο να διαχειριστούν την επικίνδυνη δυναμική της βίας, θέτοντας τον διαθρησκειακό διάλογο στην βάση των προτεραιοτήτων τους…».

Το κοίταγμα των πραγμάτων ενδιαφέροντος για την Δ.Σ.Ο δεν μπορεί να είναι παρά ένα πολιτικό και μόνο κοίταγμα λιγότερο ή περισσότερο λεπτομερές αλλά με πολιτικά χαρακτηριστικά και μόνον. Αφήνει στον εκκλησιαστικό χώρο το προνόμιο να κατανοήσει και να εκμεταλλευτεί τις συνθήκες που δημιουργούνται με την υπέρβαση αγκυλώσεων αιώνων που βασίσθηκαν συνήθως σε διαταραγμένες πολιτικές καταστάσεις και σε ανώμαλα πολιτικά τοπία. Η Δ.Σ.Ο συμβάλει στην ομαλοποίηση της ιστορίας στην θέσπιση κανόνων και πρακτικών συνεργασίας και στην καλλιέργεια ομαλού και βατού πολιτισμικού πεδίου αναφοράς.

Η Δ.Σ.Ο επεξεργάζεται πολιτικά θέματα πάνω στα οποία υπάρχει ανάγκη και καταγράφεται, μελετάται και ενίοτε λαμβάνει νομική έκφραση η εκκλησιαστική άποψη όπως τα θέματα της δωρεάς οργάνων, των βλαστοκυττάρων, των νεοφανών αιρέσεων ή και αυτά της θρησκευτικής παιδείας και εκπαίδευσης αλλά και θέματα αιχμής των κοινωνιών μας, όπως τα θέματα της οικονομικής κρίσης στα οποία αφιερώθηκαν δύο Γενικές Συνελεύσεις.

Φέτος είκοσι χρόνια από την ίδρυσή της πρόεδροι κοινοβουλίων και εκπρόσωποι τους, πρόκειται να υπογράψουν στην Πνύκα διακήρυξη επισημαίνοντας τα οφέλη που προκύπτουν από την λειτουργία της Δ.Σ.Ο για τον σύγχρονο κόσμο.


[1] Σ. Γουνελάς: Η κρίση του πολιτισμού, ό.π., σ. 347: «…Πάνε χρόνια που ο μακαρίτης Γεννηματάς έριχνε το σύνθημα σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Χριστιανική: «Με την Ορθοδοξία θα μπούμε στα Βαλκάνια»… Λέει [σ.σ. ο Χ. Γιανναράς] να «πουλήσουμε πολιτισμό», λέει να γίνουμε «πολιτιστική υπερδύναμη», κλπ. Το λάθος πού βρίσκεται; Στο ότι αυτά που θέλει να πουλήσουμε δεν τα διαθέτει η σημερινή Ελλάδα, τα διαθέτουν ορισμένα πρόσωπα δημιουργοί ή ανώνυμοι άνθρωποι που σιωπηρά τραβούν έναν πνευματικό δρόμο, χωρίς ίσως να το γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι…Γιατί πρέπει να γίνεται κάτι σαν επίδειξη δύναμης σε κρατικό επίπεδο, τη στιγμή μάλιστα που η εκκλησιαστική μας παράδοση υπαγορεύει ως κορυφαίο στοιχείο της την ‘’κένωση’’;».
[2] Ο Κ. Ζουράρις μιλάει για τη γενιά των νικημένων του Εμφυλίου που τα όνειρά τους βρήκαν δικαίωση στον Α. Παπανδρέου και αναφερόμενος, στον αριστερό πατέρα του, γράφει: «…Και μία μέρα, μετά δέκαπέντε ίσως χρόνια, ο αντι-ιμπεριαλιστής ανθυπίατρος του Σαγγάριου, ο λουξεμβουργιανός συνεργάτης της Ρότε Φάνε, ο γιατρός της γιάφκας, ο εαμίτης υπεύθυνος της κατοχής, ο σύντροφος της παρανομίας, ο πρώτος–πρώτος κομουνιστής με τον Πουλιόπουλο, τον Σεραφείμ Μάξιμο, ο φίλος του Ζαχαριάδη, του Τζήμα, του Καρτάλη, του Πασσαλίδη, ο συνιδρυτής της Δημοκρατικής Ένωσης, ο πατέρας μου, μια μέρα τουριστική στο Λαγονήσι, σηκώθηκε και πήγε σ΄ ένα διπλανό τραπέζι όπου καθόταν τουρίστας ο Ανδρέας και του είπε: ‘’Παράκλητε, σε περίμενα’’. Δύο εκατομμύρια κομουνιστές και εαμίτες, σηκώθηκαν από τα διπλανά τραπέζια και τις χασαποταβέρνες σε όλη την Ελλάδα, μαζί με τον πατέρα μου, και δάκρυσαν: ‘’Ανδρέα, Παράκλητε’’…Οι νικημένοι είχαν τώρα Αρχηγό. Υπέρ του ρυσθήναι ημάς από πάσης θλίψεως, το ΠΑΣΟΚ των νικημένων…». Βλ: Κώστας Ζουράρις , Γελάς Ελλάς Αποφράς, Αρμός, Δεκέμβριος 1990, Αθήνα, σ. 18,19. Βλ. επίσης Γ. Βούλγαρης, ό.π., σ. 30. «…Μια ρήση που συχνά επαναλαμβάνεται, λέει ότι στην μεταπολιτευτική Ελλάδα έγινε ηγεμονική η κουλτούρα των ηττημένων του Εμφυλίου…».
[3] «…Έτσι, η προτροπή του πρωθυπουργού στο λόγο του προς τους ‘’ανθρώπους των γραμμάτων και τεχνών ‘’ τον Ιανουάριο του ΄84 ‘’να αμφισβητούν τα πάντα, και ασφαλώς και εμάς’’, καμμία επίδραση δε θα έχει ούτε στην ανάπτυξη της πολιτιστικής δημιουργίας ή στην διαφύλαξη της εθνικής μας κουλτούρας από την ‘’πολιτιστική-ιμπεριαλιστική-επέμβαση, τη χειρότερη από όλες τις επεμβάσεις’’. Δε χρειάζεται παρά να ρίξει κανείς μια ματιά στα προγράμματα της τηλεόρασης για να το καταλάβει: μόλις ο πρωθυπουργός είχε τελειώσει τον πύρινο λόγο του στους πνευματικούς ανθρώπους εναντίον της ξένης εισβολής, η ορχήστρα του ‘’Ιντερκοντινένταλ’’ άρχισε να παίζει το ‘’it was fascination’’ για να ακολουθήσουν πέντε έξη ακόμη ξένα ελαφρολαϊκά. Όπως όταν ο Φιντέλ Κάστρο είχε ζητήσει από τους Κουβανούς περισσότερη δουλειά και λιγότερη σάμπα, με την συγκέντρωση της Αβάνας να τελειώνει με τους Κουβανούς να καταδικάζουν τη σάμπα, κινώντας τα σώματά τους στον ομώνυμο χορευτικό ρυθμό…». Βλ: Σ. Κούλογλου, Στα ίχνη του τρίτου δρόμου, Οδυσσέας (Β΄ Έκδοση), Αθήνα 1986, σ. 105, 106.

[4] Ανάμεσα στα άλλα, βλ. και αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου Παρασκευαΐδη, Από Χώμα και Ουρανό, Καστανιώτης, 1999 (3η έκδοση), σ. 83: «Να ξαναγυρίσουμε, με άλλα λόγια, στην παράδοσή μας, δηλαδή στην πίστη μας, στην οικογένειά μας, στην πολιτεία μας, που είναι διαποτισμένα όλα από τα ζωηφόρα νάματα της Ελληνοορθοδοξίας. Πρέπει να μάθουμε αυτό που ξέρουν και φοβούνται οι άλλοι, ότι δηλαδή η αληθινή μας δύναμη είναι να ξαναγίνουμε αυτό που είμαστε χωρίς περιττά ψιμύθια, χωρίς δάνεια, χωρίς ανώφελες συγκρίσεις».

Share this post
          
 
  more 
Δημοσιεύθηκε στην ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ και χαρακτηρίσθηκε , , . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.