Μητροπολίτου Προύσης, Ἡ ἑπόμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Θεματολογία-Προβληματισμοί

8ο ΔΣΟΘ_851

Η εισήγηση του Σεβασμιωτάτου και Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ στο 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας

Ἔχοντας ἀκούσει ἤδη τόσους ἐκλεκτοὺς ἱεράρχες καὶ καθηγητές, ἐπιφανεῖς θεολόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ τόση ἀκρίβεια ἀνέλυσαν καὶ παρουσίασαν τὸ ἔργο καὶ τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, συνελθούσης στὴν Κρήτη τὸ ἔτος 2016, τολμῶ νὰ προχωρήσω στὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ἀτενίζοντας ἤδη στὴν ἑπόμενη μείζονα συνοδικὴ ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἤδη ἔγιναν κάποιες ἀναφορὲς ἀπὸ ἄλλους εἰσηγητὲς συμπερασματικὰ ἀναλύοντας τὶς πτυχὲς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, γιὰ τὸν τρόπο ποὺ θὰ μποροῦσε ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀξιοποιήσει τὴν ἐμπειρία της ἀπὸ μεῖζον αὐτὸ γεγονὸς στὴν πρόσφατη ἱστορία τῆς κατ᾽ Ἀνατολὰς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Εἶναι εὐχερέστερο νὰ ἑρμηνεύσει κανεὶς τώρα, μετὰ τὴν Σύνοδο, ἔχοντας ἤδη καὶ μία ἀπόσταση δύο ἐτῶν, τὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν πρίν, κατὰ τὴ διάρκεια καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν ἐν λόγῳ Σύνοδο. Ἴσως, μάλιστα, εἶναι περισσότερο κατανοητὲς κάποιες συμπεριφορὲς καὶ ἐπιλογὲς ἐνίων Ἐκκλησιῶν, κρινόμενες ἐκ τῆς στάσεώς τους καὶ ἐκ τοῦ τρόπου συμμετοχῆς ἢ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς μὴ συμμετοχῆς τους.

Εἶναι πιὸ κατανοητὸ τώρα, γιατί τὴν τελευταία στιγμὴ προέκυψαν ἀντιρρήσεις σὲ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἴτε εἶχαν πανορθοδόξως συμφωνηθεῖ ἀπὸ δεκαετίες στὰ πλαίσια τῶν προπαρασκευαστικῶν διαδικασιῶν, εἴτε ἀποτελοῦσαν πράξη αἰώνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἐὰν πάρουμε ὡς παράδειγμα τὴν ἐξέλιξη τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θὰ δοῦμε πῶς διαμορφώθηκε αὐτὴ ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ. μέχρι τὸ 2016. Ἐνῶ, δηλαδή, στὴν ἀρχὴ περιλάμβανε φλέγοντα ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦσαν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν κόσμο, τὴν θεολογία καὶ τὴν ποιμαντικὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας, στὴ συνέχεια ἀφαιρέθηκαν αὐτὰ ἕνα πρὸς ἕνα, μέχρι ποὺ φτάσαμε στὰ ἕξι μόνο θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν τὰ σχετικὰ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου.

8ο ΔΣΟΘ_872

Νὰ σᾶς θυμίσω μερικὰ ἀπὸ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα στὴν πορεία ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ τὴν ἡμερησία διάταξη:

α) Τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἡμερολογίου.

β) Ὁ γάμος τῶν ἱερέων καὶ τῶν διακόνων μετὰ τὴν χειροτονία.

γ) Ὁ δεύτερος γάμος τῶν χηρευσάντων κληρικῶν.

δ) Τὸ ὅριο ἡλικίας τῶν ποιμεναρχῶν.

ε) Ἡ ἐξωτερικὴ περιβολὴ τῶν κληρικῶν.

στ) Ἡ καθιέρωση ὁμοιομόρφου τρόπου εἰσδοχῆς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν μεταστρεφομένων.

ζ) Σύνταξη καὶ ἔκδοση ἑνιαίας Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας Πίστεως,

η) Ἡ ἀνακατανομὴ τῶν λειτουργικῶν περικοπῶν στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.

θ) Ἡ ἀναπροσαρμογὴ τῶν περὶ νηστείας ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, συμφώνως πρὸς τὶς ἀπαιτήσεις τῆς συγχρόνου ἐποχῆς.

ι) Ἡ διανομὴ τοῦ Ἁγίου Μύρου.

ια) Ἡ τήρηση τῶν ὅρων τῶν ἱδρυτικῶν Τόμων τῶν κατὰ τόπους αὐτοκεφάλων καὶ αὐτονόμων Ἐκκλησιῶν.

ιβ) Ὁ τρόπος κατατάξεως ἁγίων στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

ιγ) Ἡ εὐθανασία.

ιδ) Ἡ καύση τῶν νεκρῶν.

ιε) Ἡ πληρέστερη συμμετοχὴ τῶν λαϊκῶν στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.

ιστ) Τὸ Αὐτοκέφαλον καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ.

ιζ) Τὰ Δίπτυχα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

8ο ΔΣΟΘ_874

Ἐπίσης ἐπιτρέψτε μου νὰ σημειώσω δειγματοληπτικὰ μερικὲς ἀπὸ τὶς ὑποχωρήσεις ποὺ ἔκανε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσει τὴν συνεργασία καὶ τὴν συμπόρευση συγκεκριμένων Ἐκκλησιῶν στὴν διαδικασία τῆς προετοιμασίας καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου.

α) ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ τὴν ἡμερησία διάταξη ὅλα ἐκεῖνα τὰ θέματα, στὰ ὁποῖα ὑπῆρχε συστηματικὴ ἀμφισβήτηση. Αὐτά, ὅμως, τὰ ζητήματα ἦταν καὶ τὰ πλέον φλέγοντα καὶ οὐσιαστικά, ὅπως διαπιστώσαμε μὲ τὴν παραπάνω ἀρίθμησή τους.

β) ἄλλα θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἦταν οὐσιαστικά, ἄλλαξαν διατύπωση καὶ περιεχόμενο, ὥστε νὰ εἶναι οὐσιαστικὰ ἀποδυναμωμένα καὶ νὰ ἐκφύγουν τῆς ἀρχικῆς σκοπιμότητας συμπεριλήψεώς τους σὲ αὐτήν: πχ. τὸ θέμα τῆς νηστείας.

γ) ἀπεκλείσθησαν ἐκ τῆς προσυνοδικῆς διαδικασίας οἱ αὐτόνομες Ἐκκλησίες.

δ) μετετέθη ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὴν Κρήτη ὁ τόπος συγκλήσεως τῆς Συνόδου μετὰ ἀπὸ ἀπαίτηση συγκεκριμένων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες τελικῶς δὲν προσῆλθαν!

ε) υἱοθετήθηκε ἡ δέσμευση τῆς ἀμφιβόλου κανονικότητας λήψη ἀποφάσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁμοφωνίας.

στ) μετεβλήθη, κατόπιν ἀπαιτήσεως συγκεκριμένης Ἐκκλησίας, ἡ διάταξη τῶν καθισμάτων τοῦ χώρου τῆς Συνόδου, ὥστε νὰ μὴ εἶναι τόσον ἐμφανὴς ἡ θέση τοῦ Προέδρου.

ζ) τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀνέβαλλε ἐπὶ δεκαετίες τὴν ἐνασχόληση μὲ φλέγοντα ζητήματα ἀπασχολοῦντα τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὥστε νὰ μὴ δυσαρεστήσει συγκεκριμένες τοπικὲς Ἐκκλησίες.

Τελικά, ὅμως, ἡ Σύνοδος πραγματοποιήθηκε. Παρ᾽ ὅλες τὶς ὑποχωρήσεις, παρ᾽ ὅλες τὶς πιεστικὲς συχνά παρεμβάσεις τῆς τελευταίας στιγμῆς, παρ᾽ ὅλες τῆς αἰφνιδιαστικὲς ἀπαιτήσεις.

Κάποιες ἐκκλησίες δὲν συμμετεῖχαν, ἀποσύροντας τὶς δεσμεύσεις τους κυριολεκτικὰ τὴν τελευταία στιγμή, ἐνῷ εἶχαν συμμετάσχει σὲ ὅλες τὶς φάσεις τῆς προετοιμασίας τῶν, ἔστω καὶ ἐλάχιστων, ἐναπομεινάντων αὐτῶν κειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Οἱ λόγοι τῆς μὴ συμμετοχῆς εἶναι ἡλίου φαεινότερον ὅτι ἀπεῖχαν πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἐκκλησιαστικοί, θεολογικοὶ ἢ κανονικοί.

8ο ΔΣΟΘ_870

Ἐλέχθη ὅτι εἶχαν κάποιες διαφωνίες μὲ κάποια κείμενα. Ἡ διαφωνία ἐπὶ συγκεκριμένων θεμάτων στὴν συνοδικὴ διαδικασία ποτὲ στὴν παράδοση τῆς κατ᾽ Ἀνατολὰς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν ἀπετέλεσε κανονικὴ αἰτία ἀποχῆς ἀπὸ τὴν Σύνοδο, εἴτε Οἰκουμενικὴ εἴτε τοπική. Ἡ Ἐκκλησία συνερχομένη ἐν συνόδῳ καὶ ἐπικαλουμένη τὴν φώτιση τοῦ Παναγίου καὶ Τελεταρχικοῦ Πνεύματος συσκέπτεται καὶ ἀποφασίζει, εἴτε ἐν ὁμοφωνίᾳ εἴτε διὰ τῆς ψήφου τῶν πλειόνων, κρατούσης τελικῶς καὶ γινομένης ἀποδεκτῆς ὑπὸ συνόλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἔτσι, ἄλλωστε, δὲν ἔγινε καὶ στὴν Κρήτη; Δὲν εἶναι λίγα τὰ σημεῖα τῶν προσυμφωνηθέντων κειμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε μεταβολὴ κατὰ τὴν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι σύσκεψη τῶν πατέρων τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ἑπομένως, ἡ διαφωνία ἐπὶ τῶν προπαρασκευαστικῶν κειμένων δὲν ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικὸ λόγο μὴ προσευλεύσεως στὴν Σύνοδο, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ τοποθετηθεῖ ἐπὶ τῶν κειμένων καὶ νὰ τὰ ὁριστικοποιήσει ἐπισήμως. Ἆρα, ἡ μὴ προσέλευση στὴ Σύνοδο τῶν Ἐκκλησιῶν Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας δὲν δικαιολογεῖται ἀπὸ κανονικῆς ἀπόψεως καὶ μόνον διὰ τῆς ἐπικλήσεως ὀθνείων καὶ κοσμικῶν αἰτίων μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ. Καὶ οἱ Ἐκκλησίες τῆς Σερβίας καὶ τῆς Ἑλλάδος εἶχαν ἐπιφυλάξεις σὲ ὁρισμένα σημεῖα τῶν προπαρασκευαστικῶν κειμένων, ἀλλὰ προσῆλθαν στὴ Σύνοδο καὶ κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐξέφρασαν ἐκεῖ τὶς προτάσεις τους, πολλὲς τῶν ὁποίων ἔτυχαν τῆς πανορθοδόξου ἀποδοχῆς καὶ σήμερα ἀποτελοῦν μαρτυρίες τῆς συμβολῆς τους.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας ἀπὸ καιροῦ εἶχε ἐπισημάνει ὅτι γιὰ ἐκείνην ἡ δικαιοδοσιακὴ διαφορά της μὲ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἀποτελεῖ ζωτικὸ ζήτημα. Ζήτησε ἐπανειλημμένως τὴν μεσολάβηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε δύο τουλάχιστον πρωτοβουλίες πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἐξεύρεσης λύσης, οἱ ὁποῖες δὲν τελεσφόρησαν, ὄχι ἀπὸ δική του εὐθύνη ἀσφαλῶς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀμετακίνητη στάση τῶν ἐμπλεκομένων μερῶν. Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὡστόσο, δὲν μποροῦσε καὶ δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ συνδέσει τὴν σύγκληση καὶ τὴν διεξαγωγὴ τῆς ἀπὸ πολλῶν δεκαετιῶν προετοιμαζομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου μὲ τὴν ἐξέλιξη μιᾶς διμεροῦς διαφορᾶς, γιὰ τὴν ὁποία δὲν εὐθύνεται τὸ σύνολον τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ φρονῶ εὐλαβῶς ὅτι ἦταν ἄστοχη ἡ ἐμμονὴ τοῦ παλαιφάτου Πατριαρχείου Ἀντιοχείας, ὅτι ἡ ἐπίλυση τῆς διαφορᾶς του μὲ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἀποτελοῦσε προϋπόθεση συμμετοχῆς σὲ ἕνα μεῖζον καὶ ἱστορικὸ γεγονὸς γιὰ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κατὰ τὴν τελευταία του ἐπικοινωνία πρὸ τῆς Συνόδου (τὸν μήνα Μάϊο τοῦ 2016) πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἀντιοχείας τοῦ ἐπεσήμανε τὸ βραχὺ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος γιὰ τὴν ἐπίτευξη αἰσίου ἀποτελέσματος στὸ ζήτημα τοῦ Κατὰρ καὶ ἐδεσμεύθη νὰ ἐπιληφθεῖ καὶ πάλι αὐτοῦ, ἀμέσως μετὰ τὴ Σύνοδο, προτρέποντάς τον νὰ μὴ ἀποφύγει νὰ συμμετάσχει στὸ μεῖζον αὐτὸ γεγονὸς γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Οὔτε αὐτὴ ἡ δέσμευση τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸν Ἀντιοχείας. Εἶμαι σίγουρος ὅτι τώρα, δύο χρόνια μετὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς Συνόδου, οἱ σεβαστοὶ ἅγιοι ἱεράρχες τοῦ Θρόνου τῆς Ἀντιοχείας, μὲ περισσότερη ψυχραιμία καὶ καθαρὴ σκέψη δύνανται νὰ ἐπανεκτιμήσουν τὴν τότε ἐν θερμῷ ληφθεῖσα ἀπόφασή τους. Ὡστόσο, μετὰ τὴν ἀνάλυση τῶν γεωστρατηγικῶν ἰσορροπιῶν στὴν περιοχὴ ἀπὸ μέρους τῆς Καθηγήτριας Ἐλισάβετ Προδρόμου, δὲν μπορῶ νὰ μὴ ὑποκύψω στὸν πειρασμὸ νὰ ἀναφέρω ὡς παράγοντα γιὰ τὴ στάση τῆς Ἐκκλησίας Ἀντιοχείας καὶ τὸ σφιχτὸ πολιτικό, στρατιωτικό, οἰκονομικὸ καὶ ἐνεργειακὸ ἐναγκαλισμὸ μεταξὺ Δαμασκοῦ καὶ Μόσχας. Ἴσως, ἡ περίπτωση τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας εἶναι ἡ μόνη ἐκ τῶν  μὴ προσελθουσῶν Ἐκκλησιῶν, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μπορούσαμε νὰ δείξουμε κατανόηση γιὰ ὅλους τοὺς ἀνωτέρω λόγους.

Πλέον ἀνεξήγητη (ἐκκλησιαστικῶς καὶ κανονικῶς τουλάχιστον), εἶναι ἡ μὴ συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας Μόσχας. Εἶναι ἡ τελευταία κατὰ σειρὰν ἀναγγελθεῖσα ἀποχή. Καὶ εἶναι ἀνεξήγητη (ἐπαναλαμβάνω ἐκκλησιαστικά), διότι ὁ ἴδιος ὁ Προκαθήμενός της Μακαριώτατος Πατριάρχης κ. Κύριλλος στὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῆς Γενεύης τὸν Ἰανουάριο τοῦ ἔτους 2016 εἶχε δηλώσει ὅτι ἡ συμμετοχὴ ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν σύγκληση καὶ τὴν πραγματοποίηση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ἀφοῦ, λοιπόν, δὲν ὑπάρχει ἐκκλησιαστικὴ καὶ κανονικὴ ἐξήγηση, ἀναγκαίως καταφεύγει ὁ ἐρευνητὴς στὴν ἀναζήτηση κοσμικῶν καὶ ξένων πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνες αἰτίων τῆς ματαίωσης τῆς συμμετοχῆς. Τὰ αἴτια αὐτὰ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι κανονικά, εἶναι ὅμως ἀναμενόμενα καὶ εὐεξήγητα.

8ο ΔΣΟΘ_877

Φάνηκε, λοιπόν, ὅτι ἡ διαδικασία χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ ὁρισμένες Ἐκκλησίες ὥστε:

α) νὰ ἀπονευρωθεῖ καὶ νὰ ἀποδυναμωθεῖ τὸ περιεχόμενο τῆς ἡμερησίας διατάξεως,

β) τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ παρεμποδιστεῖ ἡ σύγκληση τῆς Συνόδου,

καί

γ) νὰ τρωθεῖ τὸ κύρος τῶν ἀποφάσεων.

Τὸ κύρος, ὅμως, μιᾶς Συνόδου δὲν κρίνεται οὔτε ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν συμμετεχόντων, οὔτε ἀπὸ τὸν ὄγκο τῆς παρουσίας τῶν Ἐκκλησιῶν, (ἢ ἀκόμη καὶ τὴν ἀπουσία κάποιων, ὅπως συνέβη στὴ Β´ Οίκουμενική, κατὰ τὴν ὁποία ἀπουσίαζε ἡ ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση τῆς Ρώμης, ἢ κατὰ τὴν Γ´ Οἰκουμενική, κατὰ τὴν ὁποία καὶ πάλι ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ρώμης κατέφθασε στὴν Ἔφεσο μετὰ τὶς ἀποφάσεις της, προσϋπογράφουσα αὐτὰς ἐκ τῶν ὑστέρων), ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πιστότητα στὴν πίστη τῶν πατέρων καὶ στοὺς ἱεροὺς κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τὴν Αποστολικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἐλέχθησαν ὡς μία ἀποτίμηση τῆς πορείας πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν στὸ σχεδιασμὸ καὶ τὴν ὀργάνωση τῆς ἑπόμενης, ὥστε νὰ ἀποφευχθοῦν τὰ μέχρι τώρα γενόμενα λάθη καὶ νὰ ἐπέλθει τυχὸν βελτίωση στὶς μεθόδους προετοιμασίας καὶ διεξαγωγῆς.

Ἀλλά, ἐπιτρέψτε μου μερικὲς διευκρινίσεις, οἱ ὁποῖες, πιθανόν, ἐνίοτε νὰ μᾶς διαφεύγουν.

Τὴν Σύνοδο, ὁποιαδήποτε Σύνοδο, τὴν συγκαλεῖ ὁ Πρόεδρος σὲ χρόνο, τόπο καὶ μὲ θεματολογία, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος μόνος κρίνει κατὰ τὴν γνώμη του. Ἡ πράξη αὐτὴ ἀνάγεται, ὡς γνωστόν, στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Φωτίου καὶ ἐντεῦθεν, καθὼς ὁ ἔχων τὰ πρωτεῖα τιμῆς Κωνταντινουπόλεως ἐπεφορτίσθη νὰ ὀργανώνει τὴ μείζονα καὶ ὑπερτελὴ συνοδικὴ ἔκφραση, ἄνευ πλέον κοσμικῆς βοηθείας.

Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, παρὰ ταῦτα ποτὲ δὲν ἐνήργησε κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο.

Διαπνεόμενο ἀπὸ τὸ ὑγιὲς φρόνημα τῆς ὀρθοδόξου συνοδικότητας, καὶ λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψιν τὸ γεγονὸς τῆς γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα ἀπουσίας συνοδικῆς ἐμπειρίας σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο, ἐγκαινίασε μία διαδικασία προπαρασκευῆς σὲ συνεργασία μὲ τὶς ἄλλες ἀδελφὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Στὴ διαδικασία αὐτὴ μοιράστηκε τὴν εὐθύνη τόσο τῆς θεματολογίας ὅσο καὶ τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδου. Ἀποδέχθηκε τὴν τοποθέτηση ὡς θεμάτων ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἀπὸ αἰώνων προνομίων του, τὰ ὁποῖα ἀπεδόθησαν μὲ ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων στὸ Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐφαρμόστηκαν στὴν κανονικὴ πράξη καὶ τάξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Παράδειγμα εἶναι ὁ τρόπος ἀπονομῆς τῆς Αὐτοκεφαλίας. Οἱ Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἔλαβαν τὸ αὐτοκέφαλο καθεστώς τους καὶ μερικὲς καὶ τὴν Πατριαρχική τους ἀξία ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, οἱ ἴδιες παρεξήγησαν τὸ θέμα αὐτὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐθεώρησαν ὅτι εἶχαν δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσουν μία πράξη καὶ μία τάξη, στὴν ὁποία οἱ ἴδιες ὄφειλαν οὐσιαστικὰ τὸ κανονικό τους καθεστὼς καὶ τὴν ἐκκλησιαστική τους ὑπόσταση. Θεώρησαν, δηλαδή, ὅτι ἡ συζήτηση μερικῶν θεμάτων ἦταν εὐκαιρία γιὰ τὴν ἀμφισβήτηση τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἢ τὴν σχετικοποίησή τους, διὰ τῆς διεκδικήσεως ρόλου καὶ συμμετοχῆς σὲ αὐτὰ καὶ τῶν ἄλλων Προκαθημένων. Ἔτσι φτάσαμε νὰ ζητεῖται ἡ συναπόφαση ὅλων τῶν Προκαθημένων γιὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ Αὐτοκεφάλου. Ἀποτέλεσμα ἦταν τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ ἀποσύρει τὸ θέμα αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἡμερησία διάταξη καὶ νὰ συνεχίσει τὴν ἐφαρμογὴ τῆς μέχρι τώρα τηρουμένης ἱερᾶς παραδόσεως. Ὁ σκοπὸς τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν εἶναι ἡ πραγμάτευση μὲ κριτήρια φιλοδοξίας τῆς κανονικῆς τάξεως, ἀλλὰ ἡ καταγραφὴ καὶ ἡ ἐπικύρωση καὶ ἡ διαφύλαξη τῆς ἤδη τηρουμένης καὶ καθιερωθείσης κανονικῆς τάξεως. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα διέπει ὅλες τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Προκειμένου, μάλιστα, περὶ τῶν κανονικῶν προνομίων τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ γίνουν ἀντικείμενο διαπραγματεύσεως ἢ ἀνταλλάγματος. Ἐὰν τίθενται ἐπὶ τάπητος, τοῦτο γίνεται κατὰ τὴ συνοδικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἀποκλειστικὸ σκοπὸ τὴν ἔνδειξη σεβασμοῦ, συντονισμοῦ, εὐταξίας τῶν κατὰ τόπους ἐκκλησιῶν καὶ τὴν πρόσκληση γιὰ περαιτέρω τήρησή τῆς παλαιφάτου πράξεως καὶ τάξεως.

Ἕνα ἄλλο παράδειγμα εἶναι τὸ ζήτημα τῶν Διπτύχων. Παρατηρήθηκε στὴν πορεία τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως, ὅτι τὰ κριτήρια ἐνίων Ἐκκλησιῶν δὲν ἦταν ἐκκλησιαστικὰ καὶ κανονικά, ἀλλὰ ὑπηγορεύοντο ἀπὸ σκοπιμότητες ξένες πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ἀποτέλεσε τὴν αἰτία τῆς ἀφαιρέσεως καὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ἡμερησία διάταξη.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐπιτρέψτε μου, ὅμως, μία εὔλογη, κατὰ τὴν ταπεινή μου γνώμη, ἀπορία: Γιατὶ χρειάζεται τόσο μακροχρόνια καὶ ἐνδελεχὴς προπαρασκευὴ γιὰ τὴν σύγκληση μιᾶς, ἔστω καὶ τέτοιας σημασίας, συνόδου; Γιατὶ ὅλα πρέπει νὰ προετοιαστοῦν ἐκ τῶν προτέρων; Γιατὶ τὰ κείμενα πρέπει νὰ εἶναι στὸ ἀκέραιο προσυμφωνημένα; Γιατὶ τὰ θέματα πρέπει νὰ εἶναι προκαθορισμένα; Δὲν συνέρχεται ἡ Σύνοδος ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ; Δὲν πιστεύουμε ὅτι ὅπου εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἐκεῖ εἶναι καὶ ἐκεῖνος ἐν μέσῳ αὐτῶν; Ἔχει μήπως ἀπολεσθεῖ ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ἡ Σύνοδος εἶναι ὁ χῶρος τῆς λήψεως ἀποφάσεων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ ὄχι χῶρος ἐπικυρώσεως ὁμοφώνως προετοιμασμένων κειμένων καὶ ἀποφάσεων.

Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι εὔκολο νὰ δοθεῖ. Ἐπιτρέψτε μου ἁπλῶς νὰ ἐκφράσω μερικὲς σκέψεις, οἱ ὁποῖες ἐνδεχομένως νὰ ρίξουν ἁμυδρὸ φῶς, ἢ νὰ ἀποτελέσουν ἀφορμὴ ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου. Ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία ξεκίνησε ἡ συστηματικὴ προετοιμασία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, εἶναι ἡ ἐποχὴ τοῦ δυτικοῦ ἐπηρεασμοῦ στὸν τρόπο συγκλήσεως συνεδρίων, συμποσίων, διεθνῶν συνδιασκέψεων, τῶν ὁποίων προηγεῖται πάντοτε ἐνδελεχὴς προετοιμασία καὶ σύνταξη τῶν πρὸς τελικὴ ἔγκριση ἢ συμφωνία προοριζομένων κειμένων, ἐγκυκλίων ἢ μηνυμάτων. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἄγνωστα στὴ συνοδικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς, οὔτε μαρτυροῦνται στὴν ἱστορία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἀποκορύφωμα δὲ τῆς δυτικῆς ἐπιδράσεως καὶ κουλτούρας, ἄν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφραση, στὴν διεξαγωγὴ συναντήσεων παντὸς τύπου, εἶναι ἡ σύνταξη Κανονισμοῦ διεξαγωγῆς Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων ἢ καὶ τῆς ἰδίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὅπερ ὡσαύτως παντελῶς ξένο πρὸς τὴν παράδοσή μας. Ὅλα αὐτὰ μποροῦν, ὅμως, νὰ ἐξηγηθοῦν στὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, τὴν μακρὰ ἀπουσία συνοδικῆς ἐμπειρίας σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο, στὴν ἀπουσία ἐμπιστοσύνης μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ νὰ ἀποδοθοῦν σὲ ἄλλους παρεμφερεῖς λόγους.

8ο ΔΣΟΘ_883

Ὀφείλουμε, ὅμως, νὰ τονίσουμε στὸ μέλλον περισσότερο τὸν χαρισματικὸ χαρακτήρα τῶν συνοδικῶν διαδικασιῶν καὶ λιγότερο τὸ θεσμικὸ καὶ σχολαστικό, δίνοντας περισσότερο χῶρο καὶ ἐπιδεικνύοντας περισσότερη ἐμπιστοσύνη στὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Κλείνοντας στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν ἀνάλυση τῆς ἐμπειρίας τῆς προετοιμασίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, τολμῶ, μὲ βάση τὰ ἀνωτέρω, νὰ προβῶ σὲ προτάσεις γιὰ τὴν ἑπόμενη πανορθόδοξη συνοδικὴ δραστηριότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Καὶ ξεκινῶ μὲ τὴν ὀνομασία. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐτόλμησε νὰ ὀνομάσει Οἰκουμενικὴ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης. Ὄχι διότι δὲν ἦτο στὴν οὐσία Οἰκουμενική, ἀλλὰ διότι α) ἐδεσμεύετο ἀπὸ τὴν ὁρολογία ποὺ υἱοθετήθηκε κατὰ τὴν προπαρασκευαστικὴ διαδικασία, καί β) διότι ὑπῆρχε μεγάλη χρονικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὶς τελευταῖες Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ὡς ἐκ τούτου δισταγμὸς γιὰ μία τόσο τολμηρὴ ἀπόφαση.

Ὡστόσο, στὴ μελλοντικὴ Σύνοδο ὀφείλουμε νὰ συνέλθουμε μὲ τὴν συνείδηση ὅτι θὰ εἴμαστε ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τοῦτο παρὰ τὶς ἀπόψεις ὁρισμένων, ἔστω καὶ ἐπιφανῶν, θεολόγων, ὅτι μετὰ τὸ σχίσμα μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξει Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Τὰ σχίσματα στὴν Ἐκκλησία πάντα ὑπῆρξαν, ἀλλ᾽ οὐδέποτε ἐπηρέασαν τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ συνοδική της αὐτοσυνειδησία, οὔτε μείωσαν τὸν οἰκουμενικό της χαρακτήρα.

Συναφῶς, ὅμως, προκύπτει καὶ ἡ ἀναγκαιότητα ἡ ἑπόμενη Οἰκουμενική, ὅπως θὰ ὀνομάζεται πλέον, Σύνοδος, νὰ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ ἀριθμήσει ὡς οἰκουμενικὲς τόσο τὴν ἐπὶ Φωτίου Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (ἔτους 879/880), ὅσο καὶ τὴν Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων  τοῦ 1341 (μὲ ἐνσωμάτωσιν καὶ τῶν τόμων τῶν Συνόδων 1347 καὶ 1351 ὡς ὁλοκλήρωση τῆς αὐτῆς Συνόδου τοῦ 1341), διότι μὲ οἰκουμενικὴ ἰσχὺ ἔχουν καταγραφεῖ καὶ καθιερωθεῖ στὴ θεολογικὴ ἑρμηνεία οἱ ἀποφάσεις των στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας πανορθοδόξως.

Ὁ συγκαλῶν τὴ Σύνοδο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Κωνσταντινουπόλεως, ἐπιφορτισμένο μὲ τὴν εὐθύνη τοῦ πρώτου στὴν Ἐκκλησία καὶ κατοχυρωμένο πρὸς τοῦτο τόσο μὲ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅσο καὶ μὲ τὴ μακραίωνη παράδοση καὶ πράξη καὶ τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ τηρεῖται ἀπαρέγκλιτα καὶ ἀνεξαίρετα μέχρι σήμερα. Ἐπειδή, μάλιστα, ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ἐπίκληση μὴ κοσμικῶν λόγων γιὰ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ Πρώτου μὲ κανέναν τρόπο δὲν διευκολύνει τὴν διεξαγωγὴ ἢ τὴ συμμετοχὴ τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, ἡ Σύνοδος αὐτὴ πρέπει λάβει χώρα στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως θὰ συγκαλέσει τὶς κατὰ τόπους ἐκκλησίες χωρὶς τὴν ἐξαίρεση τῶν αὐτονόμων ἐκκλησιῶν, ὅπως γιὰ λόγους σκοπιμότητος ἀναγκάστηκε νὰ πράξει στὸ παρελθόν. Μπορεῖ στὴν Σύνοδο ψῆφο νὰ ἔχουν οἱ Ἐκκλησίες, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἡ κανονικὴ παράδοση τῆς ἀποφάσεως διὰ τῆς ψήφου τῶν πλειόνων, τῶν μειοψηφούντων μὴ δικαιουμένων ἄρνηση ὑπογραφῆς τῶν ἀποφάσεων, πολλῷ δὲ μᾶλλον τὴν ἄρνηση τῆς ἐφαρμογῆς τους. Τὸ ἴδιο δὲν συμβαίνει, ἄλλωστε, στὶς τοπικὲς συνόδους τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν; Οὐδεὶς μειοψηφῶν δύναται νὰ ἀμφισβητήσει τὸ κύρος τῆς συνοδικῶς ληφθείσης ἀποφάσεως. Ὅσοι τὸ πράττουν, ἐπικαλοῦνται συνήθως ἐξαιρετικὰ ἱστορικὰ γεγονότα καὶ παραδείγματα τοιαύτης ἀρνήσεως. Εἶναι, ὅμως, γνωστὸ ὅτι ἡ ἄρνηση αὐτὴ κρύπτει ἄλλες σκοπιμότητες καὶ ἀτζέντες.

Ἡ ἐπιδίωξη τοῦ συντονισμοῦ καὶ τῆς προσυνεννοήσεως μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν δὲν δίδει τὸ δικαίωμα σὲ αὐτὲς νὰ λειτουργήσουν ἀναβλητικὰ ἢ ἀκυρωτικὰ εἰς βάρος τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἴδιας τῆς Συνόδου. Ἡ καλὴ θέληση τοῦ Προέδρου καὶ Πρώτου στὴν Ὀρθοδοξία γιὰ ἐξασφάλιση ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρυτέρας συναινέσεως πρὸς διαφύλαξη τῆς ἑνότητος, δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀντικείμενο ἐκμεταλλεύσεως γιὰ τὴν προώθηση ὀθνείων σκοπιμοτήτων.

Διότι ἐκ τῆς ἐμπειρίας τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου βλέπουμε ὅτι συχνὰ ἡ διαδικασία αὐτὴ κράτησε ὅμηρο ὅλη τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ ἐπιβληθοῦν λύσεις ἢ γιὰ νὰ ἐπιλυθοῦν διμερεῖς διαφορές.

Ἡ συζήτηση θεμάτων ρυθμισθέντων μὲ ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ τάξις καὶ τὰ κανονικὰ γεωγραφικὰ ὅρια τῶν Ἐκκλησιῶν, οὐδαμῶς μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ ἀμφισβήτηση ἢ κατάργησή τους. Ὅπως συνέβη σὲ κάθε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἔτσι καὶ στὴ μέλλουσα, ὀφείλουμε νὰ ἐπαναλάβουμε τὶς ἀποφάσεις καὶ τὴ μαρτυρία  τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὥστε νὰ καταδειχθεῖ ἡ συνέχεια καὶ ἡ συνέπεια στὴν ὀρθόδοξη παράδοση καὶ θεολογία μας.

Ἐπειδή, ὅμως, δὲν μποροῦμε νὰ ἐθελοτυφλοῦμε στὰ προκύπτοντα ζητήματα, ὀφείλουμε:

Νὰ ρυθμίσουμε μὲ πανορθόδοξες ἀποφάσεις τὶς περιπτώσεις ἀμφισβητουμένων δικαιοδοσιακῶν ἐδαφῶν μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, ὡς π.χ. ἡ περίπτωση τοῦ Κατὰρ ἢ τῆς Βεσσαραβίας, οἱ ὁποῖες εἴτε ὀφείλονται στὶς μεταβολὲς τῶν συνόρων τῶν κρατῶν, εἴτε στὴν μεταβολὴ τῆς ὀνομασίας τῶν γεωγραφικῶν περιοχῶν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες.

Νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι ἡ δοθεῖσα προσωρινὴ λύση στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ ζητήματος τῆς ὀρθοδόξου διασπορᾶς στὴν οὐσία ἀποτελεῖ ὁμολογία α) τῆς ἀδυναμίας μας νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν ἐφαρμογὴ ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων (28ος κανὼν τῆς Δ´ Οἰκ. Συνόδου), καί β) τῆς ὑποταγῆς μας σὲ κοσμικὲς σκοπιμότητες.

Νὰ προβοῦμε σὲ μία ἀξιολόγηση τῆς μέχρι τώρα πορείας τῶν ἐπισήμων Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ ἄλλες ἐκκλησίες, ὥστε νὰ δοθοῦν οἱ δέουσες ὁδηγίες, νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις καὶ νὰ ἀναληφθεῖ καὶ σὲ αὐτὸ τὸ συνοδικὸ ἐπίπεδο ἡ εὐθύνη τους.

Νὰ ἐπαναξιολογήσουμε τὴ χρήση τοῦ ὅρου ῾῾αἱρετικός᾽᾽ διακρίνοντάς τον ἀπὸ τὸν ἑτερόδοξο χριστιανὸ ἢ ἀπὸ τὸν ὁμόδοξο σχισματικό, κάτι ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κατανοήσουμε καλύτερα τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας.

Πρὸς τούτοις, ὀφείλουμε νὰ λάβουμε ἐπίσημη πανορθόδοξη θέση ἔναντι τῆς θεολογικῆς συζητήσεως περὶ τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν καὶ νὰ διευκρινίσουε τὴ στάση μας ἔναντι τῆς παραδόσεως τῆς χειροτονίας αὐτῶν στὸ διακονικό βαθμό.

Τέλος, μία ἐκκρεμότητα ποὺ ὀφείλει νὰ ρυθμισθεῖ μὲ ἀπόφαση Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι ἡ ἐπικύρωση τῶν Αὐτοκεφάλων καθεστώτων τῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἔλαβαν αὐτὰ μὲ κανονικὲς πράξεις τῆς πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Εἶναι γνωστό, ὅτι ὅλες οἱ δικαιοδοσιακὲς ρυθμίσεις τῶν παλαιφάτων Πατριαρχείων καὶ τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου ἔγιναν δι᾽ ἀποφάσεων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μὴ ἐπιδεχομένων ἀμφισβήτηση ἢ μεταβολή, τοῦθ᾽ ὅπερ ἐκκρεμεῖ γιὰ τὶς περιπτώσεις τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ὅπως τῆς Ρωσσίας, τῆς Σερβίας, τῆς Ρουμανίας, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Γεωργίας, τῆς Ἑλλάδος, τῆς Πολωνίας, τῆς Ἀλβανίας καὶ τῆς Τσεχίας καὶ Σλοβακίας.

8ο ΔΣΟΘ_868

Κατακλείοντας τὴν  εἰσήγησή μου, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξάρω τὴν τόσο εὔλογη πρόταση τοῦ Μακ. Πατριάρχου Ρουμανίας κ. Δανιὴλ περὶ συχνῆς ἢ καὶ τακτικῆς συγκλήσεως τέτοιας φύσεως καὶ βεληνεκοῦς Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἶναι πράγματι ἀνάγκη, ἡ Ἐκκλησία μας νὰ ἀσχοληθεῖ ἐπὶ τῆς οὐσίας μὲ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ταλανίζουν τὸ ποίμνιο καὶ ἀποτελοῦν προκλήσεις γιὰ τὴ θεολογία μας, τὴν ἑρμηνεία τῆς πίστεώς μας, ἀρθρώνοντας ἐκκλησιαστικὸ καὶ συνοδικὸ λόγο, ὅπως εἶναι γιὰ παράδειγμα τὰ βιοηθικὰ διλήμματα. Ἂν καὶ ἡ τακτικὴ σύγκληση τέτοιων συνόδων δὲν μαρτυρεῖται στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἐμπεριέχει τὸν κίνδυνο νὰ καταστεῖ ἕνα εἶδος ρουτίνας, παρὰ ταῦτα μία νέα μορφὴ πανορθοδόξου ἐκφράσεως συνοδικότητος θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποτελέσουν οἱ Συνάξεις τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τὶς ὁποῖες ἐπενόησε θεοπνεύστως καὶ ἐφάρμοσε καθ᾽  ὅλα ἐπιτυχῶς ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος.

Ἂν καὶ οἱ πολιτικὲς καὶ ἄλλες σκοπιμότητες, τὸ κοσμικὸ πνεῦμα καὶ οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καθυστέρησαν ἐπὶ τόσες δεκαετίες τὴν πραγματοποίηση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ἂν καὶ οἱ ἀνορθόδοξοι σχεδιασμοὶ καὶ τὰ ἐμπόδια κατέστησαν γιὰ πολὺ καιρὸ τὴ Σύνοδο αὐτὴ γόρδιο δεσμό, ὁ Κύριος ἐλέησε τὴν Ἐκκλησία του μὲ τὴν ἀποστολὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἐκείνου Μ. Ἀλεξάνδρου, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ ρομφαία τοῦ πνεύματός του δὲν ἔλυσε, ἀλλὰ ἔταμε τὴν περιπλοκὴ καὶ ἄνοιξε τὸ δρόμο ὄχι μόνο γιὰ τὴ Σύνοδο αὐτή, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ μέλλον τῆς πανορθόδοξης συνοδικῆς παράδοσης.

Σᾶς εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἀκούσατε.

Share this post
          
 
   
Δημοσιεύθηκε στην ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ και χαρακτηρίσθηκε , . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.