Άννα Κόλτσιου-Νικήτα (Καθηγήτρια Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ), ΕΠΑΙΝΟΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ

Δημουλά_0184

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι,

Το τμήμα Θεολογίας έχει σήμερα τη χαρά να τιμά  την κορυφαία  Ελληνίδα ποιήτρια και μέλος της ακαδημίας Αθηνών Κική Δημουλά.

Η ανακήρυξή της  σε επίτιμο διδάκτορα της θεολογίας ερείδεται

σε όσα ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΙΝ ΕΠΟΝΗΣΕΝ

κυρίως όμως και, ειδικώς,

σε όσα  ΠΕΡΙ ΤΟ ΘΕΙΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΩΣ ΑΙΝΙΤΤΕΤΑΙ.

Ήδη από τα πυκνά προλεγόμενα αναφαίνεται ο επερχόμενος χαρακτήρας του σημερινού επαίνου – ο τιμητικός λόγος θα επιχειρήσει να καταπλεύσει σε ποιητικά ύδατα και να αναδείξει, με ανιχνευτική στόχευση, τον περί το θείον λόγον της ποιήτριας, όπως αυτός καταρτίζεται στην προσωπική της, εγκόσμια αγία γραφή, στα ιερά γράμματα της τεχνουργημένης ποίησής της.

Ελάχιστες είναι οι βεβαιότητες στο έργο της ποιήτριας Κικής Δημουλά, από τη δημοσίευση της πρώτης συλλογής της μέχρι το τελευταίο πόνημά της. Το ποιητικό της σώμα, το οποίο αναπτύχθηκε σαν στέρεος βλαστός, μέσα σε βάθος χρόνου, είναι ένα σώμα διαλεκτικής κι ερωτημάτων, μια τρυφερή ρωγμή στην ιδέα του δόγματος.

Τα ποιήματα της Δημουλά μοιάζουν με μικρά χρονικά μιας μεγάλης εβδομάδας. Γεμάτα αφανή περιστατικά και εκτροπές της γλώσσας, κινούνται με πίστη προς μια ψυχική ανάταση, χωρίς βιασύνη, πάντα σταθμεύοντας στη Μεγάλη Πέμπτη, και το τροπάριο μιας Κασσιανής, δοκιμάζοντας την ελπίδα ενός ευχέλαιου, δεχόμενα τον τύπο τον ήλων, που αφήνει στο σώμα της ποιήτριας ο χρόνος, η απώλεια, η μνήμη. Κι όμως πάντα παρούσα, ως προοπτική, έστω ανεπαίσθητα ανέφικτη η ελπίδα, ο ανθρωπισμός, το άγγελμα του ευ, ο ποιητικός ευαγγελισμός.

Η ποίηση της Δημουλά ποτέ δεν παραιτείται. Επιζητά, σαν παιδί που επιμένει, τον αντίλογο στην κατηφορική ζωή. Χωρίς πολεμική, χωρίς αιρετικές φωνασκίες, ιχνογραφεί την ζωή, εκεί που απουσιάζει: στα λυτά σάβανα της έγερσής της.

Η σημερινή συνάθροιση, ένα εκκλησίασμα πιστών της τέχνης, μας επιτρέπει να ασχοληθούμε με την διάσταση ακριβώς συνομιλίας της ποιήτριας με τον θεολογικό λόγο, τη θρησκευτική τελετουργία, την εκκλησιαστική παράδοση. Μέσα από προσεγγίσεις και αποσπάσματα του ποιητικού της λόγου, θα ατενίσουμε την ποιητική της κατάθεση σαν ένα σπάνιο ψηφιδωτό στην μεγάλη τοιχογραφία του έντεχνου θόλου, της λογοτεχνικής συστέγασης.

Δημουλά_159

Ξεκινώ λοιπόν διαβάζοντας, από τη συλλογή Επί τα Ίχνη, το ποίημα Πάσχα προς Σούνιον:

Η θάλασσα ψύχραιμη κι ασύσπαστη,
λες κι απ’ τις άκρες της σφιχτά
την έπιασ’ η στεριά και την τεντώνει.
Στην άκρη του γκρεμού,
που συγκρατεί το θέαμα,
ευωδιάζει ο ίλιγγος
κατρακυλούν αυτοκτονίες…
Αριστερά, η εποχή,
σε μια ακατάσχετη επιφοίτηση χρωμάτων.
Κι εκεί, προσκυνητάρι κατηφές,
έναν Χριστό, μη αναστάντα προφανώς, εγκλείει.
Γιατί στεφάνι εκ πλαστικού
επάνω του ακόμη ξεχασμένο
το πάθος της Σταυρώσεως παρατείνει.
Περί διαγενομένου του Σαββάτου,
Μαγδαληνής, Σαλώμης και αρωμάτων
ιδέαν δεν έχει.
Σύμπτωσις:
Κι απ’ την καρδιά μου ο λίθος
ουκ αποκεκύλισται·
ην γαρ μέγας σφόδρα.

Δημουλά_135

Το ποίημα συντίθεται από δύο εικόνες, δύο τόπους που αντιβάλλονται, εξίσου αδιέξοδοι και δυναμικοί. Από τη μία η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη, σχεδόν σαν μια έρημη θάλασσα της Γαλιλαίας, μια πρόσκληση να βαδίσει κανείς επί των κυμάτων, όμως χωρίς τον Ιησού. Το θαύμα εδώ παραμένει εκκρεμές, χωρίς τον πρωταγωνιστή του.

Από την άλλη, η εκκωφαντική εκδήλωση της άνοιξης. Τα χρώματα, τα άνθη, η ανανέωση της ζωής, όχι το στατικό της ακινησίας αλλά η κίνηση. Κι όμως μέσα σε αυτή την εγκόσμια γιορτή, σαν αγκάθι, το μάτι της ποιήτριας, που ταξιδεύει σε κάποιες πασχαλινές διακοπές, παρατηρεί ένα μικρό προσκυνητάρι. Αυτό το σημείο, ανακαλεί τόσο ένα σημείο ατυχημάτων, ένα ανάθημα κάποιου αυτοκινητιστικού, αλλά παράλληλα με το πλαστικό στεφάνι στον Χριστό, που «εγκλείει», που φυλακίζει τον θεάνθρωπο στην προ ανάστασης στιγμή του, προκαλεί στο συναίσθημα της ποιήτριας μια πέτρινη κόπωση, ένα άχθος συναισθήματος. Σε αυτό το προσκυνητάρι, που μετεωρίζεται ακόμη στη στιγμή της Σταύρωσης, η ποιήτρια βλέπει την δική της προσπάθεια ανάτασης, τον δύσκολο λίθο που πρέπει να μετακινηθεί για να εκπληρωθεί η προσωπική της, συναισθηματική ελευθερία.

Στο ποίημα Πάσχα προς Σούνιον επομένως, το θρησκευτικό και το προσωπικό πάθος συστρατεύονται, η βιογραφία του Ιησού και της ποιήτριας σχηματίζουν κύκλους που διαπλέκονται, ακάνθινα στεφάνια που αργούν, που μακρηγορούν και τραυματίζουν, που ευχής έργο είναι να αποβληθούν. Σαν ένα προ-αναστάσιμο παράπονο, το ποίημα λειτουργεί σαν μια ποιητική προσευχή που γνωρίζει τον κύκλο της φύσης, τη ροή της καρδιάς από την σκοτεινή στην φωτεινή πλευρά, αναμένει το θαυμαστό και εκπλήσσεται απ’ το χαρμόσυνο άγγελμα που καθυστερεί.

Το Πάσχα, προς Σούνιον είναι ένα ποίημα αντιπροσωπευτικό, του διαρκούς διαλόγου της ποιήτριας με το σωτηριολογικό τοπίο, τις διεκδικήσεις και τις ακυρώσεις του από το προσωπικό βίωμα.

Η ποιήτρια βρίσκει στις τελετές της εκκλησίας καθώς και την ιστορική πραγματολογία της καινής διαθήκης την οικειότητα του διαλόγου, τη δυνατότητα μιας συνομιλίας, καθώς το θείο, εμφανίζεται μέσα από τις κοινωνικές του εκφάνσεις, τις συλλογικές εκδηλώσεις του και τις ατομικές του παραμυθίες, πλησιέστερο σχεδόν από το κοσμικό. Άλλοτε όμως η ένταση της προσωπικής απώλειας φέρει τέτοια ένταση που το ελπιδοφόρο βάθος πεδίου της εκκλησίας οξύνει την απώλεια, γίνεται ένα φάσμα τόσο μακρινό και τόσο κοντινό που περιβάλλει σαν πέπλος τον πόνο των αγαπημένων.

Δημουλά_215

Η θεολογία του έρωτα στην ποιήτρια, της μνήμης, της απώλειας βρίσκει μετέωρο καταφύγιο, μια φευγαλέα θεραπαινίδα στην σημειολογία της ορθοδοξίας και ιδιαίτερα των εκκλησιαστικών παθών. Υπάρχει μια ευρύχωρη διαλεκτική μέσα στο πλάτος των εκκλησιαστικών συμβόλων και η ποιήτρια το γνωρίζει, το αξιοποιεί και το επιτείνει ποιητικά.

Παράλληλα, το ωρολόγιο της εκκλησίας, η επαναληπτική κατανομή εορτών, αγίων και περιόδων, όπως η Διακαινήσιμος, δημιουργούν στην ποιήτρια ένα μοτίβο χρόνου, ένα πλέγμα μνήμης που θέλει να θυμηθεί και θέλει να ξεχάσει. Το ωρολόγιο, αυτή η καθημερινή κοιτίδα ονομάτων, χρονοποιεί και επαναφέρει αναμνήσεις, ανακινεί κρυμμένα τραύματα, ανακαλεί μέλη της οικογένειας που αποδήμησαν. Διαβάζω από την συλλογή Η εφηβεία της λήθης, ένα απόσπασμα από το ποίημα Κωνσταντίνου και Ελένης:

Κύριε
σου έφερα το πρόσφορο
ζεστή ακόμα η σαρξ με σφραγίδα
εδώ το χαρτονόμισμα να δώσεις κάτι στο κερί
που σου διαβάζει οδυρμούς εν περιλήψει
κι εδώ είναι το χαρτί με των ψυχών τα ονόματα.
Όσα μπορείς αγίασον.
Για την Ελένη κυρίως ενδιαφέρομαι
ήταν κάποτε η μάνα μου. Τώρα δεν ξέρω
τι συγχωνεύσεις έκανες
αν σε κοινό αυλάκι ρέει
το ίδιο αίμα με το ξένο
αν το αδειάζεις ως απόβλητο
εκεί που υδρεύονται οι πίστεις
αν το επεξεργάζεσαι βαφή για τα τριαντάφυλλα
βαφή για το θυμό των άυλων πραγμάτων
-να ρίχνεις καμία στάλα από δαύτο
στο μαύρο που ‘ναι οι πληγές – αίμα δικό τους είναι.
Ελένη. Να σ’ την δείξω μην την μπερδέψεις
με άλλες έτσι που κατάργησες τα επίθετα
κατάργησες τις ανομοιότητες.
Μόνο διακριτικό που τους απέμεινε
είναι πόσο τους ξέχασαν
και πόσο ακόμα τους θυμούνται.

Δημουλά_173

Το ποίημα Κωνσταντίνου και Ελένης αποτελεί ένα πένθιμο και αναγκαίο ψυχοσάββατο, έναν μονόλογο για τη σχέση της κόρης με τη μητέρα που μετατρέπεται σε τριαδικό διάλογο με το θείο. Δεν πρόκειται όμως για μια μεταφυσική, άυλη σχέση, αλλά μια υλική, χειρωνακτική επαφή, που ξεκινά μέσα από την απλή κίνηση της συγγραφής ενός ονόματος στο χαρτί των ψυχών, το χαρτί που μαζί με το πρόσφορο, θα γίνουν τα αντικείμενα ενός πνευματικού αιτήματος. Στην Κική Δημουλά λοιπόν, η θεία δέηση γίνεται ένα τέμπλο, όπου φανερώνονται σκαλισμένα τα πρόσωπα των αγαπημένων, η μνήμη, η λήθη, η αδιάκοπη συγγένεια.

Η μέριμνα που διατρέχει το ποίημα είναι ακριβώς η ανάγκη διαφύλαξης και ανάδειξης της ατομικής ταυτότητας μέσα στη συλλογική συνθήκη, η επωνυμία του πένθους αλλά και της καταγωγής. Στη καταλογογράφηση των ψυχών, η ψυχή του εξ αίματος ανιόντος αποκτά πρωτεύουσα σημασία, ο οικογενειακός δεσμός παραμένει άρρηκτος και ισχυρός.

Ενώ ο θάνατος εξουθενώνει το υλικό σώμα, το πνευματικό σώμα παραμένει εναργές, παρόν και ευδιάκριτο και μόνο η λήθη μπορεί να το απειλήσει. Η ποιήτρια αντιστέκεται στην αφάνεια της αποδήμησης, απαντά στην παραγραφή της ύλης με την διατήρηση του ονόματος, την ανύψωση της μητέρας της στον άφθαρτο λειμώνα της μνήμης και των αισθημάτων της.

Ο χώρος της εκκλησίας έτσι γίνεται ένας κοινωνικός χώρος που εμπλουτίζεται από το την εσωτερική ζωή του προσερχόμενου ανθρώπου. Η ενεργητική στάση της ποιήτριας απέναντι στο τυπικό της τελετής του ψυχοσάββατου δημιουργεί μία ένταση ισοτιμίας, ένα άνυσμα δημοκρατικοποίησης της σχέσης πιστού και θεού, μια πολιτική συνομιλία εντός της πολιτείας του Θεού. Η ποιήτρια, σαν ένας απαιτητικός, καλά ενημερωμένος πολίτης διεξάγει μια μονομερή εκκλησία του δήμου, εκπροσωπεί την διεκδίκηση της μοναδικότητας των ψυχών και των προσώπων, προωθεί την ιδέα της αυτόνομης διαφορετικότητας του καθενός.

Δημουλά_256

Μια άλλη παράμετρος στη θεολογική υποδομή της τιμώμενης ποιήτριας, είναι η πολύπτυχη ανακατανομή και ευρηματική ανασύνθεση της χριστιανικής γραμματείας. Η ποίηση της Κικής Δημουλά, μια ποίηση υψηλής μορφολογικής ευκρίνειας, εφορμά κατά τόπους σε έναν διακειμενικό διάλογο και σε αναπλάσεις φόρμας που προέρχονται από εκκλησιαστικά κείμενα. Διαβάζω, χαρακτηριστικά, από το ποίημα Χαίρε ποτέ, ένα απόσπασμα που αξιοποιεί κι επανιδρύει υμνολογικούς τροπισμούς:

Χαίρε συνέπεια λουλουδιών
προς την τακτήν επιστροφή σας
χαίρε συνέπεια του ανεπίστρεπτου
τήρησες κατά γράμμα τους νεκρούς.
Χαίρε του σκοταδιού το σφιχταγκάλιασμα
……………………………………….
Χαίρε των ματιών σου η ανοιχτοφοβία
χαίρε κεχαριτωμένη υπόσχεση του ανέλπιστου
πως το βλέμμα σου θα ξεθαρρέψει πάλι κάποτε
να ξανοιχτεί προς έντρομο δικό μου.
Χαίρε των ματιών σου η ανοιχτοφοβία
– της μνήμης το «ελευθέρας» να πηγαίνει
όποτε θέλει να τα βλέπει
αυγή χαμένης μέρας.

Στο ποίημα αυτό, η υμνολογική διάρθρωση, η δομική δυναμική των χαιρετισμών διατηρείται, ενώ αλλάζει το περιεχόμενο και ο αποδέκτης. Η μυσταγωγική ταλάντωση των ύμνων, η πρόσοδος της απεύθυνσης και της επαφής, γίνεται η δίοδος μιας συνομιλίας ανάμεσα στην ποιήτρια και το αγαπημένο της πρόσωπο. Η μεταφυσική παραχαράσσεται προς όφελος μιας ιδιωτικής έντασης, η πλατυτέρα στέγη των θρησκευτικών κειμένων, αναστεγάζει την κρύπτη της προσωπικής οδύνης.

Οι χαιρετισμοί της ποιήτριας χαρακτηρίζονται, όπως σύνολο το έργο της, από μια εγκρατή ελπίδα, μια συστολή ανάστασης. Ψιχία ενός δύσκολου αποχαιρετισμού, ρανίδες αμφιβολίας, αιώρηση του ανέλπιστου αντικαθιστούν τον γιορτινό χαιρετισμό της χριστιανικής γραμματείας. Ολόκληρη άλλωστε η συλλογή Χαίρε Ποτέ είναι διανθισμένη από αναφορές στην θρησκευτική πίστη, την απόσταση ποιμνίου και ποιμένα, την ανεξιχνίαστη φύση του μεταθανάτιου, σαν να οικοδομεί ποίημα ποίημα έναν μετέωρο επιτάφιο.

Η θρησκευτική παράδοση λοιπόν, όχι μόνο σε έμμεσα θεολογικό, αλλά και σε άμεσα λογοτεχνικό επίπεδο, αντιμετωπίζεται από την ποιήτρια ως μια ασίγαστη κολυμβήθρα του Σιλωάμ – παροντικοί πόνοι βυθίζονται σε προυπάρχοντα θρησκευτικά κείμενα, η ζωή ανανεώνει με μέλλον το παρελθόν και το αίτημα της ανθρώπινης σχέσης, της κοινωνικής σύζευξης ορθώνεται απαράβατο. Η ποίηση, επίμονη παρά το μόχθο, ενδύει μετά λόγου την αναγνωστική συνείδηση, σαν να διατυπώνει πλαγίως την ρήση: όσοι εις ποίησιν εβαπτίσθητε, ποίησιν ενεδύσασθε.

Ισχυρές ακολουθίες ποιημάτων με θρησκευτική συσχέτιση εμφανίζονται επίσης στις συλλογές της ποιήτριας Το λίγο του Κόσμου, όπου συναντάμε διαδοχικά ποιήματα όπως Μεγάλη Εβδομάδα, Η απαρηγορία και Τύχη κοινή, καθώς και στη συλλογή Επί τα Ίχνη που κλείνει με το ένα κουαρτέτο ποιημάτων που τιτλοφορούνται με τον ενιαίο τίτλο Και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ. Η προβληματική της θεολογικής απορίας του εγκόσμιου ανθρώπου επανέρχεται με ένταση στη πρόσφατη συλλογή της ποιήτριας Δημόσιος Καιρός.

Δημουλά_226
Διαβάζω χαρακτηριστικά από το ποίημα Και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ:
Εγώ, κύριε,
σας αποδίδω μάλλον
σε φαινόμενο αντικατοπτρισμού
και σε απόηχο ονείρων γυρολόγων.
Οι ώρες μου όμως σας πιστεύουν.
Μόλις φανείτε σταματάνε∙
μες στα ρολόγια, μες στα δεδομένα,
μες στα οφθαλμοφανή,
μες στη ρευστή τους μοίρα,
σταματάνε,
καταμεσής στην αδειοσύνη τους,
κι εκείνο το σπαραχτικό
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται»
για σας το λένε.
Δημουλά_279
Και διαβάζω από το ποίημα Η απαρηγορία:
Οι διάφοροι Νυμφίοι,
που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται,
κάποια διήμερη εκδρομή,
κάποια ευκολότερη θρησκεία
που την ασπάζονται.

Η ιδέα του νυμφίου είναι κεντρική στη σκέψη της ποιήτριας, ακριβώς γιατί η θεολογία της είναι υποκειμενική, τόσο με την έννοια της ρευστότητας, όσο και υπό την οπτική της πρωταγωνιστικής θέσης του υποκειμένου. Η θρησκευτική σχέση και συνδήλωση ευδοκιμεί όταν μεσολαβείται, όταν παρίσταται ένα δεύτερο πρόσωπο, πριν το τρίτο της θρησκείας. Ο εγκόσμιος νυμφίος, συχνά πρόσωπο ποθούμενο ή διεκδικούμενο και φευγαλέο, εμφανίζεται και λειτουργεί ως ένα αίτημα συναισθηματικού νυμφώνα, ως ένας ζωοδόχος μνηστήρας, μια στεφανωμένη σχέση, αν και αστεφάνωτη. Όταν ο εκάστοτε νυμφίος απουσιάζει εντελώς, τότε η θρησκευτικότητα του αισθήματος αποξηραίνεται, η ποιήτρια ασθμαίνει χωρίς το κάτοπτρο του αγαπημένου της.

Η επιθυμία λοιπόν, είναι ένα ισχυρός μοχλός, που συμπαρασύρει στην ποιητική φορά της, τον πλατωνικό και τον θρησκευτικής τάξης έρωτα, τον πραγματοποιημένο και τον απραγματοποίητο, η θεολογία στρέφεται στην λατρευτική σημασία του πλησίον, ο οποίος όμως απομακρύνεται, απλησίαστος και θελκτικός. Έτσι το θρησκευτικό υλικό μεταπλάθεται και η σημειολογία του θείου έρωτα αναμειγνύεται και μετατοπίζεται προς την κοσμική του φύση.

Δημουλά_312

Αγαπητοί παρευρισκόμενοι, σήμερα τιμούμε μια σπουδαία ποιήτρια και όπως συμβαίνει με κάθε πράξη τιμής, ανακλάται πάνω μας η χαρά του οικοδεσπότη.

Με διαρκείς εγκολπώσεις, προεκτάσεις και επανεγγραφές του θεολογικού λόγου, της κοινωνικοπολιτικής θέσης της εκκλησίας και του θρησκευτικού αισθήματος, η σημερινή τιμώμενη, η ποιήτρια Κική Δημουλά, μας χαρίζει με το έργο της μια παλίμψηστη λογοτεχνική κοιτίδα, στην οποία όλοι μπορούμε να βρίσκουμε ένα τρικυμιώδες καταφύγιο.

Δημουλά_0220

Την ευχαριστούμε θερμά για τη γενναιοδωρία της πολύχρονης δημιουργίας της, τον πολλαπλασιασμό του ποιητικού της ταλάντου σε ποιήματα και συλλογές, τα οποία στη συνέχεια, σαν πολύτιμα δωρήματα, μας χάρισε και μας χαρίζει, καθώς τα ποιήματά της συνεχίζουν πάντα να μας ευεργετούν, σαν διαρκή αντίδωρα λόγου.

Share this post
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
Δημοσιεύθηκε στην ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ και χαρακτηρίσθηκε , . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.