Καθηγητής π. Ιωάννης Χρυσαυγής, "ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ" Σκέψεις για την Διακονία στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Εισήγηση στο διεθνές συνέδριο με θέμα: «Διακόνισσες, Χειροτονία των Γυναικών και Ορθόδοξη Θεολογία»

Deaconesses_117Επιτρέψτε μου να αρχίσω την εισήγησή μου λέγοντας πόση χαρά και τιμή νιώθω που συμμετέχω σαν ομιλητής σε αυτό το συνέδριο κατόπιν πρσκλήσεως του αγαπητού καθηγητή Πέτρου Βασιλειάδη. Θέλω να πω σύντομα ευθύς εξ αρχής ότι το βασικό κριτήριο και αρχικό μου ενδιαφέρον σε αυτήν την εισήγηση δεν είναι απλά η ιστορική και θεολογική πλευρά του θέματος, ή ακόμη οι λειτουργικές και κανονικές διαστάσεις του ζητήματος της χειροτονίας των γυναικών και του διακονικού τους λειτουργήματος (ή της χειροτονίας των γυναικών γενικότερα) αλλά, πολύ περισσότερο η πνευματική απήχηση και ποιμαντική έννοια της εξουσίας (authority) καθώς και της ιεραρχίας στην Εκκλησία. Πιστεὐω πως δεν ἐχουμε ακὀμη κατανοἠσει σωστἀ καἰ πλἠρως την ἐννοια, σημασἰα και θἐση του διακὀνου ανδρὀς στην εκκλησἰα.  Αποτελεί βαθειά πεποίθησή μου ότι δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ακριβής αλλ´ουτε σωστή κατανόηση είτε της χειροτονίας εις πρεσβύτερο είτε του επισκοπικού αξιώματος εάν δεν αξιολογήσουμε και αποδεχτούμε με τον κατάλληλο τρόπο το λειτούργημα του διακόνου. Έχοντας υπηρετήσει ως διάκονος για περισσότερο από τριάντα χρόνια, πιστεύω ότι η θεολογία μας σχετικά με την ιεροσύνη δεν θα έπρεπε να ξεκινά από την κορυφή και να συνεχίζει προς τα κάτω, αλλά μάλλον να εμπνέεται κυρίως από την ταπεινή διακονία, χωρίς την οποία κανένας από τους βαθμούς της ιεροσύνης δεν θα είχε νόημα.

 Deaconesses_127

Εισαγωγή: Ξαναμαθαίνοντας να διακονούμε

Έμαθα από νεαρή ηλικία, στα πόδια του πρεσβύτερου πατέρα μου, ότι ταπεινό καθήκον του καθενός μας είναι το να φέρουμε το Σταυρό του Κυρίου, δηλαδή το να μιμούμαστε τον Χριστό, ο οποίος «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Μαρκ. 10.45). Αυτό συνεπώς σημαίνει ότι ο υψηλότερος στόχος όλων μας είναι το να γίνουμε και να είμαστε χριστιανοί — όχι επίσκοποι, όχι ιερείς και όχι διάκονοι. Επιπλέον, σημαίνει ότι αυτός ο πιο υψηλός προορισμός μας — σαν μαθητές του Χριστού, βαπτισμένοι στο Σώμα του Χριστοὐ — είναι ανοικτός με τον ίδιο τρόπο, στον ίδιο βαθμό και με τις ίδιες προϋποθέσεις ταυτόχρονα σε άνδρες και γυναίκες. Στην ιστορική της διαδρομή, καθώς γνωρίζουμε, η Εκκλησία καθιέρωσε τους τρείς βαθμούς της ιεροσύνης. Κι ανάμεσά τους, ο βαθμός του διακόνου — που πηγάζει από τις λέξειςδιακονίακαι κόνις (η κονιορτός), δηλαδή προσφορά και υπηρεσία σε βαθμό αυτοθυσίας και κατα πάντα σαν σκόνη — αποτελεί τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης. Το απλό γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να γίνει ούτε πρεσβύτερος ούτε επίσκοπος χωρίς να έχει χειροτονηθεί διάκονοςθα πρέπει να σημαίνει κάτι· θα πρέπει τουλάχιστον να υπογραμμίζει ότι στην πραγματικότητα το διακονικό αξίωμα δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την κατανόηση μας για την ιεροσύνη γενικότερα. Δυστυχώς, παρόλα αυτά, ο βαθμός του διακόνου έχει υποτιμηθεί ή ακόμη και  υποβιβασθεί σε σχέση με το σύνολο της ιεροσύνης. Τώρα λοιπόν, πιστεύω, είναι η κατάλληλη στιγμή για μια ανανέωση και αναγέννηση του διακονικού θεσμού γενικά. Αναμορφωμένος μέσα από τις ιστορικές και μυστηριακές του διαστάσεις, ο διακονικός βαθμός θα μπορούσε να προσφέρει μια ζωτικής φύσεως και ορθής ιστορικά απάντηση στις σύγχρονες ανάγκες της Εκκλησίας και προκλήσεις της κοινωνίας.

Deaconesses_9_FC

Ο επανακαθορισμός των διακονημάτων και δικαιωμάτων της ειδικής ιεροσύνης η χειροτονίας

Σε μια Πανορθόδοξη συνάντηση Επισκόπων πριν μερικά χρόνια στο Σικάγο, ένας διακεκριμένος επίσκοπος άγγιξε την καρδιά του προβλήματος όταν μου υπέβαλε την εξής ερώτηση: «Μπορούμε να πούμε ότι κάποιος έχει την κλήση για το βαθμό του διακόνου;Δε συνηθίζουμε να λέμε ότι οι ορισμένοι άνθρωποι καλούνται στην ιεροσύνη παρά στην διακονία;»Επαναλαμβάνω ότι ίσως η καταλληλότερη απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ήταν ότι καλούμαστε πρώτα από όλα να φέρουμε το Σταυρό του Χριστού. καλούμαστε δηλαδή πρώτα και κύρια στη γενική ιεροσύνη — στο βασίλειο ιεράτευμα — όλων των πιστών. Δυστυχώς όμως, τέτοια ερωτήματα δηλώνουν και αναδεικνύουν τη σύγχυση που συνδέεται με το μυστήριο της ιεροσύνης, ακόμη κι ανάμεσα σε θεολόγους και κληρικούς ανεξάρτητα από βαθμού. Ωσάν κάποιος να μην καλείται στο βαθμό του διακόνου πια, αλλά απευθείας στο βαθμό είτε του πρεσβυτέρου είτε του επισκόπου. στην πράξη όμως, κανείς δεν καλείται ούτε καν στην ιεροσύνη γενικά — τουλάχιστον ως ξεχωριστό βαθμό. Αντιθέτως, κάποιος καλείται στην ιερατική διακονία της Εκκλησίας, σἐ μια διακονία δηλαδή με τρεις διακεκριμένους και συγκεκριμένους βαθμούς. Τελικά, καθένας από τους ειδικούς όρους που αναφέρονται στην ειδική ιεροσύνη — επίσκοπος, πρεσβύτερος και διάκονος — έτσι κι αλλιώς ανήκουν απόλυτα και αποκλειστικώς, καθὠς και διατηρούνται κατάλληλα για το πρόσωπο του Χριστού και όχι για μας.

Τους τελευταίους αιώνες, ο βαθμός του διακόνου απέκτησε ένα συμβολικό καθεστώς και έναν μεταβατικό ρόλο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι κληρικοί στις ενορίες χειροτονούνται πρεσβύτεροι αφού έχουν υπηρετήσει ένα σχετικά σύντομο διάστημα στο βαθμό του διακόνου. Μοιάζει σαν να περιμένουν να ‘μεταβούν μπροστά’ ή να ‘κινηθούν προς τα πάνω’. Ο βαθμός του διακόνου έχει μειωθεί σε κάτι λίγο περισσότερο από μια απλή προετοιμασία ή πρόσβαση, το πρώτο βήμα για (την ανώτερη και πιο σημαντική) μετάβαση στο βαθμό του πρεσβυτέρου ή του επισκόπου. πραγματικά, ο βαθμός του διακόνου μοιάζει με ένα είδος κατώτερης ιεροσύνης, η υπο-ιεροσύνης, που σπάνια εκλαμβάνεται ως μακρά αποστολή ή μόνιμο λειτούργημα. Για μένα, αυτό είναι καθαρά η ουσία του προβλήματος αφού εμπεριέχει το δισταγμό και την υποψία ενός επισκόπου — και σε μικρότερο βαθμό ίσως και των λαϊκών πιστών — σε σχέση με τη χειροτονία των διακονισσών, που θεωρούνται ότι μπορεί κάποτε να αναζητήσουν και προαγωγή σε ‘υψηλότερα’ ιερατικά στρώματα.

Σε μερικές εκκλησίες μας, ιδιαίτερα στον Σλαβικό χώρο, ο ρόλος των διακόνων έχει περιορισθεί σε ένα καθαρά αισθητικό καθήκον ή σε μια αποκλειστικά λειτουργική ευθύνη. Ενώ βέβαια δεν είναι ασήμαντεςαυτές οι λειτουργίες, δεν εξέφραζαν ποτέ και δεν εκφράζουν πλήρως τη δυναμική και την ουσία του διακονικού βαθμού. Στην πραγματικότητα πολλά καθαρώς λειτουργικά καθήκοντα αφορούσαν τους υπο-διακόνους, που δεν ήταν χειροτονημένοι με την ίδια έννοια αλλά μόνο δεχόντουσαν μια απλή χειροθεσία. Οι διάκονοι ήταν πάντα επιφορτισμένοι με περισσότερα καθήκοντα από τα λειτουργικά. οι διάκονοι λειτουργούσαν ως ένας σημαντικός παράγοντας της χριστιανικής κοινότητας και των διαφόρων και διαφορετικών εκφράσεων της.

Το πρώτο μου επιχείρημα, λοιπόν, είναι ότι κάτι απουσιάζει σοβαρά από την ιεροσύνη εάν οι διάκονοι υποτιμώνται ή δεν περιλαμβάνονται στη συνολική εικόνα. Ένα πιο περιεκτικό και ολοκληρωμένο όραμα της ιεροσύνης θα πρέπει να αναγνωρίζει το ρόλο του επισκόπου ως του συνδετικού ιστού της ενότητας της κοινότητας και ως του εκπροσώπου η διδασκάλου του δόγματος. θα πρέπει παράλληλα να σέβεται το ρόλο του πρεσβυτέρου στη σύναξη της τοπικής κοινότητας γύρω από το πρόσωπο και την παρουσία του Χριστού. Επιπλέον όμως, θα πρέπει να κατανοεί και περικλείει το ρόλο του διακόνου ως υπηρέτη της ολοκλήρωσης και πραγμάτωσης αυτής της ενότητας και της κοινότητας των προσώπων στην τοπική Εκκλησία. Και κατα την ταπεινή μου γνώμη, ο ρόλος αυτός μπορεί να υλοποιηθεί εξίσου από άνδρες και από γυναίκες.

Η μόνη αυθεντική (αλλά και λειτουργική) εικόνα της Εκκλησίας προς την οποία θα πρέπει να προσβλέπουμε — στο μυαλό και τις καρδιές μας όπως και στα λειτουργήματά μας — είναι αυτή ενός δείπνου και όχι μιας συντεχνιακής κλίμακας. Η Εκκλησία δεν είναι μια πυραμίδα, όπου όλη η προσοχή και η εξουσία στρέφεται και κοιτάζει προς την κορυφή. Θα πρέπει να θεωρούμε την Εκκλησία ως τον τόπο του μυστηρίου, όπου ο βασικός και αρχικός στόχος είναι η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, κατά την οποία «ὁ μείζων [ὑμῶν] ἔσται ὑμῶν διάκονος»  (Ματθ. 23,11), και όπου «[οὕτως ἔσονται] οἱ ἔσχατοι πρῶτοι καὶ οἱ πρῶτοι ἔσχατοι» (Ματθ 20,16) και «ὃς ἐὰν θέλῃ [ἐν ὑμῖν] μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος» (Ματθ. 20,26).

Κατά τον ίδιο τρόπο, εάν η εικόνα της τράπεζας — το μοντέλο δηλαδή της Εκκλησίας ως Ευχαριστίας — είναι η βασική και δομική εικόνα για την Εκκλησία, τότε μπορούμε επίσης να φανταστούμε ευκολότερα και τους διακόνους σαν να παραμένουν και περιμένουν στις εορταστικές τράπεζες, να υπηρετούν τις καθημερινές ανάγκες (τον επιούσιο άρτο) της κοινότητας, παρά ως πιόνια στη βάση ενός ισχυρού και πολιτικού οργανισμού. Πάντως σίγουρα όχι ως βοηθούς που περιμένουν κάποια προαγωγή ή προσωπική ολοκλήρωση. Σε αυτήν την προοπτική μπορούμε να αποδεχτούμε την ανεκτίμητη συμβολή των διακόνων, ανδρών και γυναικών.  Εξάλλου υπάρχει σημαντικότερο δώρο για κάποιον από το να διακονεί το Σώμα του Χριστού, είτε εντός είτε εκτός του ιερού θυσιαστήριου; Εγώ προσωπικά δεν γνωρίζω οτιδήποτε καλύτερο ή πιο ανυπέρβλητο.

Είμαστε όλοι αρκετά εξοικειωμένοι με την παραπάνω παρανόηση και κατανόηση της διακονίας καθώς και του διακονικού θεσμού. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να περιγράψω πως μια σωστή θεώρηση και πρακτική αναζωογόνηση θα μπορούσε να υλοποιηθεί για τους διακόνους στην Εκκλησία μας.

Deaconesses_203

Μια πρακτική αναζωογόνηση

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ο θεσμός του διακόνου ποτέ δεν έπαυσε ούτε και έπεσε σε απόλυτη αχρησία, ακόμη κι αν σήμερα αποτελεί μια απλή σκιά του φωτεινού παρελθόντος του. Παρόλα αυτά, η δυναμική του θεσμού (τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες) σίγουρα δεν έχει απόλυτα εκπληρωθεί. Το ερώτημα λοιπὀν που πρέπει να τεθεί στην Εκκλησία μας είναι τι κάνουμε (ή τι δεν κάνουμε)με τους διακόνους.

Κατά την ταπεινή μου άποψη, ο βαθμός του διακόνου θα μπορούσε να εκφράζει την διάκριση των χαρισμάτων που υπάρχουν μεταξύ των λαϊκών πιστών, τα οποία χαρίσματα θα έπρεπε να ενσωματώνονται με μυστηριακό ή επίσημο τρόπο (δηλ. με χειροτονία) από την Εκκλησία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η αξία, η αξιοσύνη, τωνδιαφόρων διακονημάτων μπορεί να παρέχεται και να αναγνωρίζεται σε συγκεκριμένα λαϊκά μέλη, άνδρες και γυναίκες, των οποίων τα ιδιαίτερα προσόντα θα μπορούσαν να ολοκληρώνονται και να εκφράζονται επίσημα μέσα στην κοινότητα. Αυτά τα πρόσωπα θα πρέπει να ορίζονται και αξιώνονται με χειροτονία, τα χαρίσματα τους να αναγνωρίζονται επίσημα από την κοινότητα, καθώς και να συνδέονται άμεσα και στενά με το ιερό θυσιαστήριο και τη λατρεία. Με αυτόν τον τρόπο, οι διάκονοι θα αντιμετωπίζονται ως μέλη που υποστηρίζουν — χωρίς πάλι να υποκαθιστούν — την ειδική ιεροσύνη των πρεσβυτέρων και των επισκόπων.

Επιπλέον, θέματα που συνδέονται με την ποιμαντική φροντίδα και τη διοίκηση, όπως επίσης και οικονομικής φύσεως θέματα, καθώς και θέματα θεολογικής εκπαίδευσης, θα μπορούσαν εύκολα να ανατεθούν στους διακόνους. Το όραμά μου είναι απλά και συγκεκριμένα το εξής: κάποιος, παραδείγματος χάρη, που έχει το χάρισμα της διοίκησης και είναι καλοδεχούμενος για την ενορία, μπορεί να ‘χειροτονηθεί’ διάκονος για να υλοποιεί αυτό το καθήκον στην κοινότητα. Αυτός (ή αυτή) μπορεί να είναι ένας διάκονος που υπηρετεί και έχει αφοσιωθεί (είτε εξ’ ολοκλήρου είτε περιστασιακά) σε αυτόν τον τομέα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε περιπτώσεις που κάποιος (ή κάποια) έχει μοναδικά χαρίσματα σε συγκεκριμένους τομείς: για παράδειγμα, ως υπεύθυνος για τη νεολαία ή ως οικονόμος, ως κατηχητής ή ως επισκέπτης στα νοσοκομεία, ως βοηθός κάποιας ποιμαντικής μέριμνας ή κοινωνικός λειτουργός κλπ. Ο διάκονος θα μπορεί, επίσης, να καλείται, να ορίζεται και να χειροτονείται για να κηρύττει ή να συμβουλεύει σαν ψυχολόγος, για να πραγματοποιεί δημόσιες δράσεις η πρωτοβουλίες της ενορίας, για να βοηθά στα λειτουργικά και άλλα καθήκοντα της κοινότητας, όπως λόγου χάρη να μεταφέρει τη Θεία Ευχαριστία στους ασθενείς η φυλακισμένους, κ.ο.κ. Θα έπρεπε ή καλύτερα θα μπορούσαμε να έχουμε περισσότερους διακόνους από πρεσβύτερους. Ασ θυμηθούμε την Εκτη Νεαρά του Ιουστινιανού που ορίζει για την Αγία Σοφία του έκτου αιώνα 60 ιερείς και 140 διακόνους (άνδρες και γυναίκες).

Θα τολμήσω να πάω κι ένα βήμα παραπέρα – μιά και βρισκόμαστε σε πανεπιστημιακό χώρο – για να υποστηρίξω ότι δεν είναι απαραίτητο οι εκπαιδευτικοί στα διάφορα γυμνάσια η καθηγητές στις θεολογικές η εκκλησιαστικές σχολές να χειροτονούνται πρεσβύτεροι, ή πάλι επίσκοποι, εκτός και αν το βασικό τους λειτούργημα συνδέεται άμεσα με την ενορία ή μητρόπολη. Υπάρχει μια μεγάλη παράδοση για ένα τέτοιο φαινόμενο στην ιστορία της Εκκλησίας. Διαφορετικά, είμαστε για μια ακόμη φορά παγιδευμένοι στον δηλητηριώδη πειρασμό του κληρικαλισμού στην Εκκλησία μας!  Εδώ ανακύπτει ένα βασικό και σημαντικό ερώτημα κατά την άποψή μου: Χρειάζεται κάποιος να γίνει ιερέας για να κάνει ό,τι κάνει; ‘Γενική ιεροσύνη’ είναι ένα πράγμα. Ειδική ιεροσύνη’ είναι όμως ένα εντελώς άλλο!

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να αποβάλουμε η αποδυθούμε μέρος από την θεσμοποίηση (institutionalism) μας! Η εξισορρόπηση της ιεραρχίας — ο επανακαθορισμός των χειροτονημένων λειτουργημάτων μας και για τους τρεις βαθμούς — μέσα από την αναβίωση και ανανέωση του διακονικού θεσμού (για άνδρες και γυναίκες) θα μπορούσε να έχει χωρίς καμία αμφιβολία βαθιά θεολογική σημασία και πνευματική επίδραση στην εκκλησία γενικότερα καθώς και με κάθε βεβαιότητα συγκεκριμένες και σημαντικές ποιμαντικές συνέπειες.

Deaconesses_116

Μαθήματα από Εμπειρίας: Δύο προσωπικές παρατηρήσεις

Έμαθα, μέσα από τα πολλά χρόνια που διακονώ στην διοίκηση, την ενοριακή ζωή και τη θεολογική εκπαίδευση ότι η ιεροσύνη είναι αιτία πολλών παρεξηγήσεων, οι οποίες προκύπτουν από την παρανόηση και κατάχρηση της εξουσίας στην Εκκλησία τόσο από τους κληρικούς όσο και από τους λαϊκούς πιστούς. Αυτή η κατάσταση έχει αποδειθεί ιδιαίτερα επώδυνη και για τους κληρικούς καθώς και για όσους αποβλέπουν στην ιεροσύνη. Εάν κατανοήσουμε με τους σωστούς όρους το θεσμό του διακόνου, τότε θα καταλάβουμε καλύτερα και τους άλλους βαθμούς της ιεροσύνης. Θα καταλάβουμε, επίσης, γιατί οι γυναίκες μπορούν να συμμετέχουν στη ζωή της Eκκλησίας ως διακόνισσες. Ο ειλικρινής και αντικειμενικός διάλογος για την ιεροσύνη γενικά μπορεί να εμπλουτίσει την αντίληψή μας για την ειδικήκαιτη γενική ιεροσύνη.

Κατέληξα, επίσης, να θεωρώ ότι μέρος της πρόκλησης που αντιμετωπίζουμε στο θέμα της χειροτονίας προέρχεται από τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε για την ιεροσύνη, θεωρώντας τον ιερέα ως μια τέλεια εικόνα του Χριστού ή ως ένα αλάνθαστο μοντέλο. Μια ματιά μονάχα στην σημερινή κατάσταση της Εκκλησίας μας μπορεί να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε πως η πραγματικότητα είναι κάθε άλλο παρά αυτή. Μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι και ιεράρχες παραπέμπουν σε πατερικές πηγές για την ιεροσύνη και τον κλήρο, όπου είτε δηλώνεται ως η ιεροσύνη του Χριστού είτε συνειδητοποιείται σαν να περικλείει την γενική ιεροσύνη όλων των πιστών. Αυτή η αντίληψη αντιμετωπίζεται με διάφορους τρόπους ανάμεσα και στους συντηρητικούς και τους πιο πεφωτισμένους  θεολόγους.

Είναι ρομαντικά ιδεαλιστικό, αν όχι επικίνδυνο πνευματικά, να υποστηρίζουμε ότι ο ιερέας εκπροσωπεί κάπως τον Χριστό ή όλους τους ανθρώπους. είναι πολύ πιο ταπεινό να πιστεύουμε ότι η ιεροσύνη παρουσιάζει μάλλον το Θεό στους ανθρώπους (όπως στην Παλαιά Διαθήκη) και την κοινότητα στο Χριστό (όπως στην Καινή Διαθήκη). Και υπάρχουν αμέτρητοι ‘ειδικοί’ τρόποι (δηλαδή τρόποι μέσω του αξιώματος της χειροτονίας) για να πραγματοποιηθεί αυτό! Ένας από αυτούς τους τρόπους είναι και ο βαθμός του διακόνου. Είναι τουλάχιστο υπεροπτικό να υποστηρίζεται από μερικούς θεολόγους ότι η ιεροσύνη ‘δεν είναι απλά ένα από τα λειτουργήματα και τις αποστολές’ και ότι ο ιερέας κατά κάποιον τρόπο αγκαλιάζει ‘όλα τα λειτουργήματα’. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, τέτοιες απόψεις είναι αλαζονικές και οδηγούν στην κακοποίηση της έννοιας της διακονίας και των λειτουργημάτων.

Deaconesses_173

Συμπέρασμα: Εκπληρώνοντας ένα ζωτικό ρόλο

Κατακλείοντας λοιπόν, θα έλεγα ότι μια δημιουργική ανανέωση και αναγέννηση του θεσμού του διακόνου στην εποχή μας θα μπορούσε να αποτελέσει την πηγή της ανασύστασης της ειδικής ιεροσύνης γενικά, παίζοντας ένα σημαντικό ρόλο στην ποιμαντική αποστολή της Εκκλησίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποκατάσταση του θεσμού του διακόνου μπορεί να αποδειχτεί συγχρόνως ζωτική και κατάλληλα αποδοτική για την Εκκλησία.

Share this post
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
Δημοσιεύθηκε στην ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ και χαρακτηρίσθηκε , . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.